run your house is on fire
by cheshire cat
29.1.06
Άνθρωποι με τεντωμένο δάχτυλο.
Εδώ! Εμένα θ' ακούσεις, λέει ο άνθρωπος με το τεντωμένο δάχτυλο. Κι ο κόσμος γίνεται ξαφνικά πιο άγριος και πιο βαρετός. Υψώνεται ο ήχος της φωνής, δονείται το δάχτυλο, το χέρι ολόκληρο τρέμει, ζαρώνει το μέτωπο, σηκώνεται το κεφάλι και γυρίζει -δεν ακούει τίποτα. Κι ύστερα πάλι: εδώ ρε, ακούς τι σου λέω;
Αλλά μη φανταστείς, κανενός η μύτη δεν θα στάξει αίμα, κανενός τ' αυτί δεν θα φαγωθεί, κανείς δεν θα πέσει πληγωμένος στο έδαφος. Τα τεντωμένα δάχτυλα δεν κόβουν. Περνούν αδιάφορα ανάμεσα μας, τρυπώντας για λίγο τον αέρα, όπως άλλοι κάνουν μια τρύπα στο νερό. Άχρηστα σε μια συζήτηση. Εκτός κι αν θες εκεί να κρεμάσεις το καπέλο σου.
28.1.06
0 Comments
Ο άνθρωπος που κοίταζε από την κλειδαρότρυπα (κι αυτά που είδε).
Ο άνθρωπος που κοίταζε από την κλειδαρότρυπα είχε μια δύσκολη αποστολή.
Η σκυμμένη στάση ενός ανθρώπου πάνω από μια κλειδαρότρυπα δεν είναι καθόλου βολική. Εξ' ίσου άβολη είναι και η γονατιστή στάση πίσω από την πόρτα, έτσι ώστε το μάτι να φτάνει στο ύψος της κλειδαρότρυπας. Διατρέχει έναν κίνδυνο επιπλέον: να καρφωθεί το πόμολο στο μάτι του, αν τυχόν ανοίξει ξαφνικά η πόρτα. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να το βάλει κάτω. Ήταν αποφασισμένος να ξεπεράσει τους σωματικούς πόνους και ν' αφοσιωθεί στο σκοπό του με την αυτοθυσία του άγρυπνου φρουρού. Δεν θ' αργούσε μάλιστα να βρει εκεί, στην κλειδαρότρυπα, το νόημα της ύπαρξης του. Κατασκοπεύω άρα υπάρχω.
Πέρα όμως από τις δυσκολίες της αποστολής, ο άθρωπος που κοίταζε από την κλειδαρότρυπα είχε ν' αντιμετωπίσει την τυραννική γροθιά του αφεντικού του πάνω στο γραφείο. Υλικό διάολε! Μμμάλιστα. Είχε μάθει να υποκλίνεται.
Συρρικνώθηκε λοιπόν σε ένα μάτι, υπερέβη τις βιολογικές του ανάγκες, έμεινε ακίνητος τόσο σωματικά όσο και πνευματικά και παρατήρησε. Είδε πολλούς χειμώνες να περνάν από τα μάτια του. Είδε μια γάτα με σηκωμένη την ουρά της να χτυπάει τα πλήκτρα ενός υπολογιστή. Ή, νόμιζε πως την είδε. Είδε τα λουλούδια της ταπετσαρίας να ξυπνούν με σαρκοβόρες διαθέσεις. Είδε τέλος, έναν άθλιο σκύλο να τις τρώει: τη δική του παλιοκατάσταση.
27.1.06
Άνθρωποι με φτυάρια.
Την ίδια ώρα που κουτσοί, πλην όμως χαμογελαστοί, χιονάνθρωποι στέκονταν ελαφρώς ιδρωμένοι στις θέσεις που τους έστησαν χθες μόλις, δεκάδες πιτσιρίκια, μια αγακτησμένη μερίδα πολιτών κατέβηκε στους δρόμους με το πρώτο φως του ήλιου. Οπλισμένοι με φτυάρια στα χέρια έσπευσαν να τα βάλουν με το λευκό εισβολέα που εδώ και τρεις μέρες τους έχει εξαναγκάσει σε κατάσταση πολιορκίας.
Επεισόδια εις βάρος των χιονανθρώπων δεν σημειώθηκαν. Κάποια ζαρζαβατικά (καρότα, μελιτζάνες) που βρέθηκαν στο έδαφος ήταν αποτέλεσμα της ύφεσης των καιρικών φαινομένων σήμερα. "Δεν κατεβήκαμε στους δρόμους για να τους σπάσουμε τα μούτρα" δήλωσε ξεκάθαρα στο Γ.Τ.Σ ο εκπρόσωπος των ανθρώπων με τα φτυάρια. "Κι αν οι μύτες τους ξεκόλησαν κι έπεσαν, τουλάχιστον δεν είναι απ' το κρύο όπως οι δικές μας", πρόσθεσε.
Επίσης, σε απόλυτη αρμονία με τους ανθρώπους με τα φτυάρια που σε διάφορα σημεία της πόλης έσκαβαν μάταια τρύπες στο χιόνι, το site μας ανάρτησε την πινακίδα "κλειστόν λόγω έργων" και εξαφανίστηκε για λίγο από τα browsers.
26.1.06
αποφάσισαναπαίξωμαζίσου.
αποφάσισαναπαίξωμαζίσου.ξέρωότιείσαιπίσωαπότηνπόρτακαιπαρακολουθείςτηνκάθεμουκίνηση.γι'αυτόκαι'γωαποφάσισαναπαίξωμαζίσου.ξέρειςκάτι;ανχτύπαγεςτηνπόρταευγενικάκαιζητούσεςναμπεις,θασουάνοιγα.δενείμαιδύσκολος.καιμ'αρέσουνοισυναναστροφές.αλλάεφόσονδεχτυπά,αςκάνουμεκιοιδυοπωςδενυπάρχεις.δενυπάρχειςκιόμωςέχειςδιπλωθείσταδύοεκείέξωσκύβονταςπάνωαπόμιακλειδαρότρυπα.σεφαντάζομαιεπίσηςγονατισμένομπροστάαπ'τηνπόρτακαιναβάζειςπότετοδεξίσουμάτιστηντρύπα,πότετοαριστερό.ξέρωκάποιουςπουθαερεθίζοντανμετηνιδέαότικάποιοςτουςπαρακολουθεί.όχιεγώ.άραγεμεβλέπειςτώραπουσηκώνωτηνκούπαμουστηνυγειάσου;ανχτύπαγεςθακέρναγακιεσέναλίγοτσάι.μέχρινατελειώσειτελείως.στοπαιχνίδιόμωςτώρα.εγώθαπάωπίσωκαιθασβήσωόλατακενάανάμεσαστιςλέξειςαυτούτουποστ.εσύαυτόπουπρέπεινακάνεις,γιανακερδίσεις,είναινατοαντιγράψειςσταcommentsκαιναβάλειςπίσωτακενά.νατοκάνειςναδιαβάζεταιδηλαδή.τιθακερδίσεις;μαθαέχειςήδη καταφέρειναδιαβάσειςτοποστ!δεσουφτάνει;
25.1.06
Όταν ξαναβρώ το σκούφο που έχασα, τελειώσει το τσάι και μάθω επιτέλους να δένω τα κορδόνια μου, θα βγω πάλι στο δάσος. Μέχρι τότε θα ψάχνω τη μύτη μου που έπεσε απ' το κρύο.
Διόρθωση
Η "ψυχή" στο προηγούμενο ποστ δεν έχει λόγο ύπαρξης. Κανονικά θα έπρεπε να μπαίνει τελεία στο "θάλασσα". "Γίνονται μια μαύρη ταραγμένη θάλασσα." Σαφώς καλύτερο. Ή έστω, επειδή το νόημα εκεί είναι η αφηρημάδα, θα μπορούσε να συνεχίζει με τον εξής τρόπο: "Γίνονται μια μαύρη ταραγμένη θάλασσα που μου αποσπά την προσοχή." Προσοχή κι όχι ψυχή. Τι ψυχή και κουραφέξαλα; Ψυχή δεν υπάρχει. Έχεις δει εσύ καμιά ψυχή; Δεν υπάρχει ψυχή εδώ μέσα.
23.1.06
Πειρατής
Τελευταία έχω μια εμμονή με το αίμα. Δεν είναι τίποτα θα μου περάσει. Σκέφτομαι πληγές ανοιχτές σαν τις δικές σου να στάζουν αίμα κι ενώ εσύ ενδεχομένως πονάς ή ηδονίζεσαι, σε παρακολουθώ όπως τις αιμοσταγείς σκηνές του Ταραντίνο. Με ελαφρή ταχυπαλμία δηλαδή. Αυτό το κενό στο αριστερό μου μπράτσο έχει αρχίσει να μ' ενοχλεί.
Αν πάλι το δέρμα σου είναι λευκό σαν άγραφη σελίδα, μου 'ρχεται να πάρω τις δύο πρώτες γραμμές που θα δακτυλογραφήσεις να τις κάνω μαστίγιο και ν' αρχίσω να σε χτυπάω με τα ίδια σου τα λόγια. Μέχρις ότου απ' το άσπιλο λευκό να ξεπηδήσουν κόκκινες λέξεις.
Σε ποιό θεό ήσουν πιστός; ρωτά ο τατουέρ με τη βελόνα στο χέρι και την τσίχλα στο στόμα. Με σηκωμένο το μανίκι, ξίνω για λίγο το κεφάλι μου, κοιτάζω το ρολόϊ κι ύστερα τα ονόματα στον τοίχο. Έχω μόνο λίγη ώρα στη διάθεση μου. Το πολύ πέντε γράμματα. Το πλοίο τρίζει όπως τα κόκαλα τη νύχτα κάτω απ' την κουβέρτα. Τα μέλη του σώματος αποκτούν αυτονομία, ρευστοποιούνται. Γίνονται μια μαύρη ταραγμένη θάλασσα που κλέβει την ψυχή μου. Blood λέω κι είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω. Το πρωί που θα έχω ξαναβρεί τον εαυτό μου.
22.1.06
Το σκυλί της τρελής απέναντι, 2
Το δείπνο μας διακόπηκε από τα ουρλιαχτά της τρελής απέναντι. Σηκώσαμε τα μάτια μας από τα πιάτα μας και κοιταχτήκαμε. Τς, τς, τς. Επιτέλους το τετράποδο κατοικίδιο της έκοψε την πρώτη δαγκωνιά. Η τρελή, που είναι όντως τρελή για δέσιμο, κι ας λες ό,τι θες, πούστη το ανεβάζει, μαλακισμένο το καταβάζει, ενώ για να του δείξει τη στοργή της, εεε την οργή της ήθελα να πω: θα σε σκοτώσω ρε, θα στα κόψω τα πόδια. Και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Το έχει ταράξει στο ξύλο. Η βέργα ακούγεται καθαρά όταν κοπανάει στα παΐδια του ζωντανού. Το κλωτσίδι πάει σύννεφο. Κι αυτό όχι μια και δυο. Επι μονίμου βάσεως κι απ' το πρωί μεχρι το βράδυ. Δηλαδή κάθε που βγαίνει η τρελή στο μπαλκόνι ανοίγει το βρωμόστομα της και αρπάει τη βέργα, ούτε θυριοδαμαστής.
Η εκδίκηση όμως, έρχεται με τέσσερα πόδια και κόβει σαν κυνόδοντας.
20.1.06
Άγγελοι βρωμόφατσες
Τραβούσε τα κοτσιδάκια του ο καράφλας. Και θα τραβούσε και τ' αρχίδια του αλλά αντ' αυτού, πέταξε το πράσινο φωσφοριζέ γιλεκάκι, άφησε κάτω το ραντάρ ελέγχου ταχύτητας που κρατούσε, μπήκε στο περιπολικό, έβαλε μπροστά τη σειρήνα και μ' ακολούθησε.
Όταν με πλησίασε, η αγανάκτηση του ήταν ακόμα ολοφάνερη. Χειρονομούσε ταυτόχρονα σαν παρανοϊκός τροχονόμος και ταρίφας σε παράκρουση. Οι τρίχες απ' το μουστάκι του έδειχναν όλες μια διαφορετική κατεύθυνση, τόσο που ζαλιζόσουν αν το κοιτούσες πολύ ώρα.
Όργανο το παραδέχομαι, έτρεχα αλλά βιάζομαι. Από στιγμή σε στιγμή γεννάει η γυναίκα μου, πρέπει να πάω να τη δω (μούσι). Δεν πας, μου λέει. Με τόσα χιλιόμετρα "αλλού" πας. Δεν έβαλε καν μια λέξη, είπε μόνο "αλλού" και συνέχισε. Με 120χλμ πας στη γυναίκα σου ή οπουδήποτε αλλού έχεις να πας (δεν το 'χαψε). Με όλα τα χιλιόμετρα του κοντέρ "αλλού" πας, επανέλαβε. Μετά ζήτησε άδεια και δίπλωμα και να βγω απ' τ' αμάξι.
Όταν γύρισα πάλι το κλειδί στη μίζα, με την κλήση να μου καίει τα χέρια, η λέξη που μου ήρθε ήταν θυμαράκια. Αυτό το "αλλού" έπρεπε οπωσδήποτε να το αντικαταστήσω στο μυαλό μου. Και κάνοντας αυτόν το συλογισμό της αντικατάστασης μου ήρθαν ένα σωρό λέξεις που θα ταίριαζαν: αγύριστο, φούντο, στον άλλο κόσμο, στα κυπαρίσια, στο φούρνο, μια και καλή.
Λίγα λεπτά αργότερα θα καταλάβαινα και κάτι ακόμα. Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, κάποιος άφηνε τα χυμένα του μυαλά πάνω στην άσφαλτο, μαζί με την τελευταία του πνοή. Το περιεπολικό ήταν ήδη εκεί, το ίδιο περιπολικό με τον ίδιο μπάτσο, και καθώς περνούσα με μειωμένη ταχύτητα, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου, το βλέμμα μου διασταυρώθηκε ακαριαία με αυτό του μουστακαλή τροχονόμου. Ήταν σαν να μου έλεγε ότι κάποιος σήμερα είχε αποφασίσει ο νεκρός να μην είμαι εγώ.
19.1.06
Σκοτώθηκα.
Σκοτώθηκα. Αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας στάζουν από παντού. Τα ρούχα μου είναι κουρέλια. Και δεν περπατώ με τρέχουν τέσσερις σε φορείο.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, ο αερόσακος δεν άνοιξε. Κι εγώ χτύπησα με φόρα στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματος. Δεν μπορώ να σου μιλήσω με σιγουριά για τη σοβορότητα της κατάστασης. Τι έχω σπάσει, τι έχει μείνει όρθιο. Μάλλον τίποτα. Οι πληγές είναι ακόμα ζεστές. Ο πόνος δεν μ' έχει κατακλύσει. Αλλά το νιώθω, θα με τσακίσει. Όταν με βρήκαν πεταμένο, μέτρα μακρυά από τα συντρίμμια, δεν ανέπνεα. Με είχαν για νεκρό. Χρειάστηκε να μου κάνουν ηλεκτροσόκ για να μ' επαναφέρουν. Τώρα ένα χέρι καρατάει τη μάσκα οξυγόνου στο προσωπό μου και απορώ. Γιατί δεν μου την περνάει κάποιος με το λάστιχο πίσω από το κεφάλι; Κι ανατριχιάζω και μόνο με τη σκέψη. Το κρανίο μου έγινε θρύψαλα. Ο εγκέφαλος βρίσκεται τώρα εκτεθειμένος και ακουμπά το λευκό σεντόνι αυτού εδώ του φορείου, αυτού εδώ του ασθενοφόρου. Ποιός ξέρει αν βρήκαν το κομμάτια από το θρυμματισμένο μου κρανίο. Ποιός ξέρει αν τα μάζεψαν. Μέσα στο σκοτάδι, πολύ αμφιβάλω. Άραγε θα καταφέρουν να μου κλείσουν το κρανίο; Άραγε θα καταφέρουν να με κρατήσουν στη ζωή; Αισθάνομαι να χάνω πάλι τις αισθήσεις μου. Ένα θολό στόμα πάνω απ' το κεφάλι μου ανοιγοκλείνει και μια φωνή ακούγεται από βαθιά. Μην κουνιέσαι, μην κουνιέσαι.
Είμαι το κείμενο που διαβάζεις και δεν ξέρω αν θα ζήσω.
18.1.06
Ντον Σκατέου
Στη δευτέρα γυμνασίου έγινα στιγμιαία κοπρολάγνος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να φάω οτιδήποτε θα 'βγαινε από τον κώλο της Α., παρά αυτό που είχα στο πιάτο μου.
Πρέπει να σου πω ό,τι ποτέ δεν μ'άρεσαν πολύ τα φαγητά της μαμάς. Η σχέση μου με το φαΐ χάλασε γύρω στα δύο και το τραπέζι της κουζίνας έγινε ο τόπος του μεγαλύτερού μου μαρτυρίου. Ήταν η ηλικία που έγινα φίλος με το ψωμί. Το κρέας ήμουν ικανός να το κρατώ στο στόμα μου κι όταν δε μ' έβλεπε κανείς να το φτύνω πίσω από καναπέδες, κάτω από χαλιά, κρεβάτια... Θεία, αν βρεις κανά κομματάκι από σουβλάκι στην ντουλάπα, από τότε θα' ναι. Σόρρυ... Όσο για τα λαχανικά και τα φρούτα, υπάρχει παιδί που του αρέσουν τα λαχανικά και τα φρούτα; Και μην αρχίσεις να μου λες τώρα εμένα, εμένα, εμένα... Κανονικά δε θα 'πρεπε. Εσύ είχες πρόβλημα, όχι εγώ!
Η Α. δε μ' άρεσε. Ή μάλλον δεν ήταν ακριβώς η Νο 1 μου επιλογή. Μου άρεσαν πάντα τα πιο ανεπτυγμένα κοριτσάκια. Και υπήρχαν τουλάχιστον άλλα δύο στη τάξη που πληρούσαν τις αναλογίες και είχαν με το σπαθί τους, -με το βυζί τους θα 'πρεπε να πω-, αποκτήσει θέση μόνιμη, σ' αυτό που χαριτολογώντας ονομάζουμε "δουλειά για το σπίτι".
Όλα ξεκίνησαν την ημέρα που μπήκε στην τάξη, στη μέση του μαθήματος. Ο καθηγητής σταμάτησε, τη σύστησε στη τάξή, κανείς δεν είπε το "καλως ήρθες αννούλα", αυτά γίνονται μόνο στα ανέκδοτα με τον Τοτό και στις διαφημήσεις. Έτυχε, η άδεια θέση να βρίσκεται κοντά στη δική μου κι έτσι απέκτησα κανούριο ενδιαφέρον την ώρα της παράδοσης. Εκτός από το να γράφω στο θρανίο, να λύνω και δένω το στυλό, να κοιτώ έξω από το παράθυρο και να περιμένω το κουδούνι του διαλείμματος, είχα να παρατηρώ την καινούρια, γιατί έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Μ'αρέσει τελικά ή όχι;
Η Α. είχε μια ελιά στο μάγουλο. Μεγάλη σκούρα ελιά. Εμένα οι ελιές δεν μ' αρέσουν κι ας τις λένε οι Γάλλοι "κόκκους ομορφιάς". Οι "κόκκοι ομορφιάς" ας μαζευτούν όλοι σ' ένα σακί κι ας αφήσουν τα δέρματα των ανθρώπων σκέτα και απλά ωραία. Μια ελιά απ' αυτές που πιάνουν και τριχίτσες όσο μεγαλώνεις, οπότε ήδη ένα μεγάλο μείον. Δεν μπορούσα ν' αποφασίσω όμως για τα μάτια της, ήταν μικρά, αλλά είχαν μια σπίθα. Ούτε για τα μάγουλα της που κοκκίνιζαν όπως και τα δικά μου.
Ο καιρός περνούσε. Το θρανίο εκτός από στίχους, ομάδες και απλές πράξεις εφηβικών ερώτων που κατέληγαν όλες στο ίδιο αποτέλσμα: FOREVER AND EVER, δεν είχε γεμίσει με τ' αρχικά της Α. Το ένα απόγευμα διαδεχόταν το άλλο, σαν ο χρόνος να μένει στάσιμος. Μέχρι το απόγευμα του πάρτυ. Η Α. είχε καλέσει τους καινούριους της συμμαθητές για τα γεννέθλιά της.
Ήταν η εποχή της αναβίωσης του rock 'n' roll. Ακούγαμε και χορεύαμε δηλαδή τα τραγούδια που άκουγαν και χόρευαν οι γονείς μας κι αυτό μας έκανε όλους (γονείς και παιδιά) πανευτυχείς. Βρίσκαμε κοινά. Θεέ μου! Ίσως από τότε ν' άρχισαν να χρησιμοποιούνται οι εμετικές φράσεις του στυλ: "τραγούδια που άντεξαν στο χρόνο" ή "για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι". Δεν πας όμως σε πάρτυ να προβληματιστείς γι' αυτά. Φτιάχνεις το μαλλί κοκόρι, βάζεις παπουτσάκι για χορό και come on baby, let's do the twist.
Η Α. φορούσε ένα μωβ κολλητό φόρεμα κι είχε ιδρώσει. Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως καταλαβαίνω τι την έκανε ξεχωριστή. Ήταν ταυτόχρονα ένα συνομήλικο κοριτσάκι κι η πριγκίπισα ενός παραμυθιού. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι θα μπορούσα να χώσω τη μούρη μου μέσα στο ιδρώτα της. Στα παραμύθια όλα είναι αγνά.
Κι έτσι πολύ αργότερα από την ημέρα του πάρτυ, αφού το είχα πάρει απόφαση κι όλα τα Α ήθελα να τα κυκλώσω με καρδούλες, η μαμά έφτιαξε σουτζουκάκια. Κι εγώ έγινα στιγμιαία κατά φαντασίαν κοπρολάγνος. Στα παραμύθια όλα είναι αγνά.
17.1.06
Αυτό εδώ είναι για τον Μπουκόφσκι, τον Τσάρλς, ξέρεις.
Αυτό εδώ είναι για τον Μπουκόφσκι, τον Τσάρλς.
Ένα τραγούδι με κιθάρα, χωρίς συνοδεία.
Και σκοτάδι. Δεν είναι δύσκολο.
Η μέρα κάθησε. Στα γόνατα της διπλώθηκαν μια χούφτα φοίνικες. Ένα σωρό αυτοκίνητα βρέθηκαν από την πλάτη, στο στομάχι του κήτους.
Σηκώθηκε η νύχτα. Έριξε πάνω σε ό,τι φαίνεται ένα μεγάλο κίτρινο μάτι και μια λεπίδα που κόβει τη θάλασσα στα δυο. Μια αγέλη κατηφόρησε και χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
Σσς! Ακούς το κλακ-κλακ; Τα πλήκτρα της γραφομηχανής, στο πάνω δωμάτιο, παίζουν κρουστά άθελα τους. Είναι γριά πλέον και ξέρει. Γράφει μόνη της.
Ο καναπές είναι μεγάλος, αλλά καλύτερα να μείνουμε μόνοι. Ο κόσμος κουράζει.
Από της γρίλιες στα μπατζούρια φαίνονται τα φώτα, αν φαίνονται. Κι η αστραπή.
Σκύψε αν θες να δεις. Αν πάλι δε βλέπεις, σου δανείζω ένα ζευγάρι μάτια, κάπου έχω ένα καινούριο, αφόρετο.
Τι, τελείωσε κιόλας;
Να φτάινε οι στίχοι που 'ν' απλοί;
Να φταίει η φωνή που 'ναι βραχνή;
Θα ζητήσω επανάληψη.
14.1.06
Αριγκάτο
Ακίρα αγαπημένε μου αδελφέ,
Νιώθω ότι ο αέρας τελείώνει κι ότι δεν θα προλάβω. Τις τελευταίες μέρες κάνει τόση πολλή ζέστη που ούτε ν' αναπνεύσεις δεν μπορείς κανονικά. Κι αυτός ο ιδρώτας στάζει από παντού. Τουλάχιστον αν δεν μας είχαν κόψει το νερό θα ήταν διαφορετικά. Αχ! μη το εκλάβεις σαν παράπονο αυτό... Ως μεγάλος αδελφός μας, έκανες ότι μπορούσες. Δε μας άφησες ποτέ να διψάσουμε. Βρέχει χιονίσει σε θυμάμαι να τρέχεις με τον κουβά να φέρεις νερό απ' το πάρκο κι αυτό, κανείς μα κανείς δεν μπορεί να στο προσάψει. Κανείς δεν μπορεί να σου προσάψει το παραμικρό Ακίρα, γιατί
κανείς δεν ξέρει.
Οι μέρες δυσκόλεψαν πολύ από τότε που έφυγε η μαμά. Το ξέρεις καλύτερα απ' όλους. Κρατήσαμε όμως όλοι την υπόσχεση μας στους κανόνες. Δεν κάναμε φασαρία και δεν βγαίναμε απ' το σπίτι. Επίσης, σε υπακούγαμε εφόσον η μαμά σε είχε ορίσει αρχηγό μας. Ακόμα κι όταν όλοι το ξέραμε ότι η μαμά δεν θα γυρίσει, τηρήσαμε τους κανόνες και περισσότερο απ' όλους εσύ που φρόντιζες να μη μας λείψει τίποτα. Το ότι μπορούσαμε να βασιστούμε σε σένα ήταν πολυτιμότερο κι απ' όλα τ' Απόλο Τσοκ του κόσμου.
Ακίρα δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα των γεννεθλίων μου, που με πήγες στο σταθμό να πάρουμε τη μαμά. Το ξέραμε φυσικά ότι δε θα κατέβει από κανένα τρένο, αλλά ποτέ δε μας τσάκισες την ελπίδα. Θα μπορούσες πολύ εύκολα να το κάνεις, κι εμείς να το πάρουμε απόφαση, όσο μπορεί ένα παιδί να πάρει απόφαση ότι η μαμά του δε θα ξαναγυρίσει. Τι καλός που ήσουν που με άφησες να βάλω τ' αγαπημένα μου παπουτσάκια! Αυτά που κάνουν θόρυβο σε κάθε βήμα σαν κουδουνίστρες. Και είμαι σίγουρη ότι ξέρεις πολύ καλά γιατί τα διάλεξα. Για να μην ακούμε τ' αφόρητα βήματα της μοναξιάς που μας ακολουθούσε.
Είχα κρατήσει για εκείνο το βράδυ των γεννεθλίων μου ένα τελευταίο Απόλο Τσοκ. Μακάρι να είχα κι άλλο ένα για σένα. Νομίζω ότι δεν είχα φάει τόσο νόστιμο σοκολατάκι στη ζωή μου! Ήμουν χαρούμενη, Ακίρα, εκείνο το βράδυ και ξέρεις γιατί; Γιατί με πήρες απ' το χέρι και μ' έβαλες για λίγο στον κόσμο σου.
Επίσης ξέρεις τι δε θα ξεχάσω ποτέ; Τις μέρες με τη Σάκι. Όταν ερχόταν σπίτι ήταν σαν γιορτή. Ήταν σαν να μοιραζόμαστε το μυστικό της ύπαρξης μας και να μη φοβόμαστε γι' αυτό. Ήμουν εκείνες τις στιγμές τόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη που μπορούσα ν' αποκοιμηθώ οπουδήποτε. Στα γόνατα της καλής Σάκι. Δεν ντρεπόμουν.
Ακίρα, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Αν ποτέ γυρίσει η μαμά δώσε της σε παρακαλώ τη ζωγραφιά που έχω κάνει για κείνη. Της έχω φορέσει ένα κόκκινο φόρεμα και καφέ παπούτσια. Επίσης, δώσε τη ζωγραφιά που έκανα στη Σάκι. Ήταν με τα λιγοστά κομματάκια παστέλ που απόμειναν από τις καλές μέρες. Νομίζω θα καταλάβει.
Μια τελευταία χάρη Ακίρα: όταν πεθάνω, το νιώθω, ο αέρας λιγοστεύει, θέλω με πας στ' αεροπλάνα. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Όλα τα καταφέρνεις εσύ. Και ξέρεις γιατί θέλω να πάω στ' αεροπλάνα; Γιατί όταν τα βλέπεις από τη γη είναι σαν ψείρες και δεν ξέρεις που πάνε. Σαν τη μικρή σου αδελφή Ακίρα. Είναι τόσο μικρή και δεν ξέρει που πάει. Αλλά δε φοβάται.
Ένα μεγάλο αριγκάτο Ακίρα
Γιούκι,
η νεκρή σου αδελφή
Υ.Γ. Ακίρα συγχώρεσε με που ανέβηκα σ' εκείνη την καρέκλα. Ξέρω δε θα έπρεπε, γιατί είμαι μικρή. Τα φυτά όμως στο μπαλκόνι μεγάλωσαν τόσο πολύ κι εγώ δεν μπορούσα να δω το δρόμο. Κι ήθελα να δω αν έρχεσαι.
12.1.06
Μερικές φορές αισθάνομαι πως είμαι αόρατος και είμαι σίγουρος ότι σου έχει συμβεί κι εσένα.
9.1.06
Το σκυλί της τρελής απέναντι
Λυπάμαι που το λέω αλλά το σκυλί είναι χαζό. Θα ήθελα πραγματικά να μην ήταν έτσι, αλλά είναι. Όχι ότι φταίει το ίδιο γι' αυτό. Δε φταίει. Είναι όμως πρόθυμο να υποστεί τα πάντα για ένα μπολάκι φαΐ. Το βλέπεις να δέχεται το λουρί και την αλυσίδα, τις φωνές, τις ξυλιές τις απειλές , και ότι άλλο καπνίσει στο μυαλό του αφεντικού. Είναι πρόθυμο, τέλος, να υποφέρει το κάθε λογής αφεντικό: την τρελή απέναντι για παράδειγμα.
Η τρελή απέναντι δεν ήθελε σκυλί. Δεν ξέρω τι πραγματικά θα ήθελε από τη ζωή της και αμφιβάλλω αν το ήξερε ποτέ κι η ίδια. Ίσως κάποτε να ήθελε ένα καλό παιδί να φτιάξει κι αυτή τη ζωή της, όπως τόσες και τόσες άλλες. Ίσως και να τον βρήκε κάποτε, -το καλό παιδί εννοώ- η παραξενιά της όμως, φαντάζομαι, ότι θα τον έκανε να το βάλει στα πόδια, κι ακόμα να τρέχει ο δόλιος. Η μάνα της που ήξερε -την είχε γεννήσει την παράξενη-, ξεσκόνισε το ράφι, έφερε δηλαδή μαστόρους να ξαναβάψουν το σπίτι, κι ύστερα πέθανε. Η κόρη έμεινε γεροντοκόρη κι ορφανή, δεν επέτρεψε σε κανέναν άλλο να πέρασει το κατώφλι της πόρτας, μέχρι σήμερα που μπήκε κατά λάθος το σκυλί και κόντεψε να χάσει τη ζωή του.
Το σκυλί δεν ήταν πάντα εκεί. Εμφανίστηκε μια μέρα ως κουτάβι. Ο καθένας μπορεί να παραδεχτεί ότι ένα κουτάβι είναι χαριτωμένο, όσο κι αν φοβάται ή απεχθάνεται τα σκυλιά. Έτσι κι η τρελή απέναντι. Έπεσε θύμα της γοητείας ενός κουταβιού. Το είδε δηλαδή σαν κουκλάκι, που δεν μεγαλώνει και δεν τα κάνει στη φρεσκοπλημένη της αυλή. Μετά σκέφτηκε: μια γυναίκα μόνη χρειάζεται προστασία. Κι έτσι αποφάσισε να το υιοθετήσει, να του κάνει τα εμβόλια του, να του αγοράσει λουρί για τα τσιμπούρια, να το ταΐζει και να ξεσπάει, τέλος, την τρέλα της πάνω του. Να το ξυλοφωρτώνει δηλαδή κάθε φορά που κάνει την ανάγκη του.
Όταν ταΐζεις ή όταν ξοδεύεις χρήματα για κάτι το θεωρείς δικό σου. Κυρίως όταν πρόκειται για σκυλί ή για παιδί. Οι γάτες είναι μια άλλη ιστορία. Οι γάτες έρχονται, τρώνε κι εξαφανίζονται για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Όταν ξοδεύεις χρήματα αποκτάς αυτόματα το δικαίωμα να έχεις απαιτήσεις. Έχεις δικαίωμα να λες και να κάνεις ότι σου 'ρχεται. Γίνεσαι αυτόματα ο αφέντης. Κι αν κατά τύχη είσαι και λίγο τρελός, αποτρελένεσαι τελείως. Έτσι, η τρελή απέναντι απαιτεί απ' το σκυλί να μην της λερώνει την αυλή της, να πηγαίνει να τα κάνει αλλού, ολόκληρο οικόπεδο έχει δίπλα στο σπίτι, μόνο που το σκυλί είναι συνεχώς δεμένο.
Η εξουσία που μπορεί να έχεις πάνω σ' ένα πλάσμα πρόθυμο να σε υπακούσει δείχνει ποιός πραγματικά είσαι.
5.1.06
Αισθηματική Κομεντί
Σήμερα είναι σα να ζω σε ταινία. Αισθηματική κομεντί για την ακρίβεια. Ήταν μια γκρίζα μέρα, απ’ αυτές που δε θες απαραίτητα ν’ αρχίσεις, απλά ν’ αλλάξεις πλευρό και να την ονειρευτείς. Έβρεχε δυνατά με αστραπές και μπουμπουνητά. Μέχρι που η βροχή σταμάτησε, απέκτησα πιστή αναγνώστρια στο blog, όλα γίνανε ροζ όπως στον κόσμο της Barbie και κόντεψα να δακρύσω δύο φορές.
Εξηγούμαι. Όταν γράφεις σε μια δημοσιογράφο που δε γνωρίζεις παρά μόνο μέσα από τα κείμενα της, δεν περιμένεις απάντηση. Περιμένεις δηλαδή, αλλά δεν το κάνεις και θέμα. Απ’ τη στιγμή που το e-mail διαγράφει τη μικρή του πορεία μέσα στους φακέλους του Outlook, από τα εξερχόμενα στα απεσταλμένα, το ξεχνάς επί τόπου. Και καλά κάνεις, γιατί δε βοηθάει να μπαίνεις κάθε λίγο με την ελπίδα ενός νέου μη αναγνωσμένου μηνύματος. Αν σου συμβεί κάτι τέτοιο, μπορεί να πάθεις κακό. Γιατί ενώ με κάθε σου σύνδεση στο internet η φαντασία σου θα γράφει την ιδανική απάντηση που θα ήθελες να λάβεις, ενώ η αγωνία σου θα φουντώνει, όταν το πολυπόθητο Re: πέσει μαυρισμένο στα εισερχόμενα, αν πέσει, θ’ απογοητευτείς με το μικρόψυχο του χαρακτήρα. Δεν ήσουν για τον άνθρωπο που θαυμάζεις παρά άλλη μια ξεπέτα.
Σε μένα λοιπόν σήμερα, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Όταν μετά από πολύωρη συζήτηση στο τηλέφωνο για κάποια άκρως απόρρητα και υψίστης σημασίας θέματα, όπως παραδείγματος χάριν, ποιο τραγούδι σου έχει κολλήσει τελευταία, ξανασυνδέθηκα στο internet, είχα ξεχάσει ότι περίμενα κάτι συγκεκριμένο. Άνοιξα το Outlook όπως ανοίγει κανείς το ψυγείο όταν δεν είναι πεινασμένος. Ίσως βρεθεί κάτι να τσιμπήσει ίσως πάλι όχι. Καταλαβαίνεις λοιπόν πως ένιωσα όταν είδα το υπέροχο σπιτικό cheesecake της αγαπημένης δημοσιογράφου. Ήταν η στιγμή που μου ήρθε να δακρύσω για πρώτη φορά. Τα γενέθλιά μου απέχουν πολλούς μήνες από σήμερα κι όμως η αγαπημένη δημοσιογράφος είχε φτιάξει με τα χεράκια της και μου πρόσφερε το πιο ωραίο γλυκό. Δεν θα σου πω τι έλεγε. Αλλά κι εσύ να το διάβαζες, στο τέλος θα ήσουν έτοιμος να δακρύσεις ξανά.
4.1.06
Εξίσωση
Έστω δώδεκα ο αριθμός επισκεπτών μου στο blog. Έστω π. ο πρώτος επισκέπτης και β. η δεύτερη. Ας πούμε γ. τον τρίτο και σίγουρα δ. την τέταρτη. Άρα έχουμε οχτώ εναπομείναντες αγνώστους χ.
Ποίοι επισκέπτονται λοιπόν κρυφά το blog μου; Τους αρέσουν τα κείμενα; Διασκεδάζουν να έρχονται εδώ; Τι μπορεί να ψάχνουν; Προσωπικές αποκαλύψεις ή περισσότερη σάτιρα; Ιδού η εξίσωση που με ταλαιπωρεί αυτή την ώρα.
Στο γυμνάσιο η μαθηματικός μου, με αγαπούσε πολύ, δεν κατάφερε όμως να με κάνει να νιώσω άνετα με τις εξισώσεις. Έλυνα τις ασκήσεις μόνο για να της αρέσω. Αλλά αυτά είναι από άλλο post με τίτλο: «Λίγα πράγματα που ξέρω για μένα, 2».
Το δώδεκα πάντως δεν είναι αριθμός για τον οποίο μπορείς να είσαι περήφανος: δυο φάσκελα και δυο κωλοδάχτυλα. Εκτός κι αν πρόκειται για thumbs up, οπότε αλλάζει το πράγμα.
2.1.06
Έκτακτη είδηση από το επαναστατικό μέτωπο.
Ο γνωστός έλληνας αοιδός Γιάννης Κότσιρας με προκήρυξη που έστειλε στην εφημερίδα Ημερησία (31.12.05-1.1.06) τάσσεται ανοιχτά υπέρ της επανάστασης. Ο ίδιος τονίζει χαρακτηριστικά ότι έχοντας, από τη «βρεφική του ηλικία» και κάτω από τη σκληρή καθοδήγηση της μητρός του, εξοικειωθεί με επαναστάτες συνθέτες όπως ο Θοδωράκης, ο Χατζιδάκης, ο Ξαρχάκος και o Πλέσσας καθώς και άλλους λαϊκούς συνήθεις υπόπτους, αποφασίζει να καταθέσει το καλλιτεχνικό του ταλέντο κατά του αναίσχυντου «τσιφτετελο-μπαρόκ» και τον «καλογυαλισμένο καθωσπρεπισμό του λαϊκο-ποπ».
Αναζητώντας εικόνες από την παιδική του ηλικία που να μαρτυρούν την επαναστατική του αφύπνιση θα θυμηθεί τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού του να τρίζουν, από την κάθοδο των τανκ στη λεωφόρο Κατεχάκη το ’74, την ώρα που το παλιό πικάπ Philips παίζει τη «Ρωμιοσύνη» : «Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται…» Από το 1990 θα θελήσει να καταταγεί στην «επαναστατική διάθεση» της μουσικής που είναι η «διαφυγή από το βόλεμα». Η ολοκλήρωση του όμως σαν επαναστάτη έρχεται τη στιγμή που αποφασίζει να ενώσει τη φωνή του με αυτή «του απλού ανθρώπου». Σήμερα πλέον ζει την απόλυτη αυταπάρνηση και τραγουδάει «Πως θα πεθάνω εγώ για σένα» αφιερωμένο σε όλο το αντάρτικο κίνημα. Επίσης, από ‘δω και στο εξής και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, αλλάζει το όνομα μου σε Chi Korara.
Η απόφαση του αυτή καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει εφόσον, στη δεκάχρονη σχεδόν καριέρα του, ο Γιάννης Κότσιρας διατηρεί μακρύ μαλλάκι, δείγμα του επαναστατικού του πνεύματος. Ουδέποτε άλλωστε έχει δημοσιοποιήσει το χρώμα του βρακιού του. Εξ' άλλου, σύμφωνα με στίχο από πρόσφατο του σουξέ, "Τι φοράς όταν κοιμάσαι", κάνει εμμέσως πλην σαφώς υπαινιγμό στο ενδεχόμενο, ο ίδιος, αλλά και οι σύντροφοι, να κοιμούνται ξεβράκωτοι. «Το σεντόνι» ανακηρύσσεται λοιπόν, από σήμερα και μέχρι νεοτέρας, σε διεθνή αντάρτικο ύμνο, αφού πρώτα έχει βαφτεί κόκκινο από τη διάτρηση του παρθενικού υμένα των απανταχού παρθένων.
Η διεθνής περιοδεία που ετοιμάζει θα περιλάβει μεταξύ άλλων ζωντανή εμφάνιση στο Μεξικό όπου ο ίδιος ο Subcomandante Marcos θα ανέβει στη σκηνή να καλωσορίσει τον Chi Korara αποδίδοντας του τον επίτιμο τίτλο του Comandante. Ο Chi Korara, όχι χωρίς κάποια δυσανασχέτηση, θα δεχτεί να κρύψει το καλοχτενισμένο του μαλλάκι και το επικηρυγμένο πλέον αγγελικό του προσωπάκι πίσω από αντίστοιχο με αυτό του Μάρκος, σκουφί-μάσκα. Δεν έχει γίνει ακόμα σαφές αν ο Chi Korara θα υιοθετήσει και τις καπνιστικές συνήθειες του Μάρκος, κλειδώνοντας τα χείλη του με πίπα. Όλα όμως δείχνουν πως κάτι τέτοιο θα είναι αναπόφευκτο.
Επόμενος σταθμός θα είναι η Κούβα, όπου σε ειδική συγκέντρωση και μετά από δωδεκάωρη εξοντωτική ομιλία του Φιντέλ Κάστρο, ο Chi Korara, θ’ ανέβει υπνωτισμένος στο βάθρο και με το ίδιο ιδρωμένο μικρόφωνο θα ξεσηκώσει τα πλήθη με το διασκευασμένο σε bossa nova «Το πούρο που κρατώ», που θα αφιερώσει ειδικά στον προλαλήσαντα Φιντέλ, για ευνόητους λόγους.
Η περιοδεία θ’ ανοίξει με μετάβαση του στη Μόσχα όπου θα προβεί σε προσκύνημα στο Μαυσωλείο του Λένιν, ενώ μέχρι αυτήν την ώρα παραμένουν άγνωστες οι υπόλοιπες εμφανίσεις του. Ωστόσο, αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα απλό ενδεχόμενο, ο Chi Korara με τη μπάντα του, τους «επίδοξους απαγωγείς» όπως ονομάστηκαν, να καταλαμβάνουν δια της βίας, σκηνές όπου θα έχουν αρχικά ανακοινωθεί άλλοι καλλιτέχνες διεθνούς εμβέλειας, κάνοντας έτσι γνωστές, στο ανυποψίαστο πλατύ κοινό, τις επαναστατικές του προθέσεις. Έτσι, οι οπαδοί της Madonna, των U2 και των Rolling Stones θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για την τυχόν ομηρία των αγαπημένων τους καλλιτεχνών από το αντάρτικο κίνημα που εξαπέλυσε ο Chi Korara, και να υποστούν την επαναστατική τους αφύπνιση από τον μασκοφόρο πια έλληνα αοιδό στα νέα του εμβατήρια.
Την ίδια τακτική θα ακολουθήσει και στην επιστροφή του στην Ελλάδα, σπέρνοντας τον τρόμο σε όλες τις μεγάλες ελληνικές νυχτερινές πίστες αλλά και στα πλατώ της ψυχαγωγικής τηλεόρασης. Κανείς από τους καλλιτέχνες της φετινής νυχτερινής σαιζόν δεν θα είναι ασφαλής πριν ανέβει στη σκηνή, δήλωσε Ο Chi Korara, με καλυμμένο το πρόσωπο και στολή παραλλαγής. Διαβεβαίωσε ωστόσο, ότι το επιτελείο των «επίδοξων απαγωγέων», θα αφήνει ελεύθερους τους καλλιτέχνες-θύματα "ενός κόσμου από νάιλον", αλλά κι ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί.
Archives
12/05
01/06
02/06
03/06
04/06
05/06
06/06
07/06
08/06
09/06
10/06
11/06
12/06
01/07
02/07
03/07
04/07
05/07
06/07
07/07
08/07
09/07
10/07
11/07
12/07
01/08
02/08
03/08
04/08
05/08
06/08
07/08
08/08
09/08
10/08
11/08
12/08
01/09
02/09
03/09
04/09
05/09
06/09
07/09
08/09
09/09
10/09
11/09