Έπαιξα στην πρώτη (και τελευταία) ταινία της ζωής μου όταν πήγαινα πρώτη λυκείου. Κομπάρσος. Τρία χρόνια αργότερα, περνώντας μπροστά από το Δαναό είδα την αφίσα. Δεν μπήκα όμως ποτέ να δω και την ταινία.
Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα επισκεύτηκε το σχολείο μας ένας ηθοποιός. Μπήκε στην τάξη την τελευταία ώρα, ενώ έξω είχε ήδη σκοτεινιάσει. Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα που αντίκρισε και πώς πιθανώς να ένιωσε εκείνη τη στιγμή. Τα κεφάλια μας έγερναν, μαραμένα, πάνω στις παλάμες μας. Αποτέλεσμα της υπνηλίας που προκαλούν οι καθηγητές. Δεν βλέπαμε την ώρα να χτυπήσει το κουδούνι. Το ξυπνητήρι δηλαδή.
Απέναντι, σε ένα τέτοιο κοινό πρέπει να έχεις κάτι σπουδαίο να πεις. Με το συγκαταβατικό του χαμόγελο, ο ηθοποιός άρχισε να μας μιλάει για το σινεμά. Για το πόσο συναρπαστική εμπειρία είναι. Για το συλλογικό πνεύμα που επικρατεί στα γυρίσματα. Για την ευκαιρία που είχε έρθει να μας προσφέρει: να παρευρεθούμε στα γυρίσματα μιας ταινίας. Έπειτα μπήκε στο ψαχνό. Μήπως κάποιοι από εμάς θα ήθελαν να δοκιμάσουν να βρεθούν για λίγο μπροστά από την κάμερα; Η σκηνή που θα γυριζόταν απαιτούσε ένα τσόυρμο ανθρώπων που θα παρίσταναν τους κατοίκους ενός χωριού στην διάρκεια του εμφυλίου.
Τα κεφαλάκια παρέμειναν μαραμένα. Ίσως κάποιο χέρι να τόλμησε να σηκωθεί. Τί ώρα αύριο; Στις οχτώ το πρωί. Θα σας περιμένω είπε ο ηθοποιός, νομίζω πως είναι μια μοναδική εμπειρία. Κι εμείς θα κοιμόμαστε.
Πολλά πράγματα στη ζωή μου, μου έχουν συμβεί χωρίς να τα έχω αποφασίσει στ' αλήθεια. Η συμμετοχή μου στην ταινία ήταν ένα από αυτά. Το Σάββατο το πρωί, μέσα στον τσουχτερό πρωινό αέρα, ξεκίνησα, φρεσκοξυρισμένος, για το ραντεβού με τον ηθοποιό, χωρίς στ' αλήθεια να ξέρω γιατί το έκανα. Πέρα από την περιέργεια δεν υπήρχε άλλο κίνητρο. Κι εκεί που περίμενα να δω ένα σωρό κοριτσάκια να του ζαλίζουν τον έρωτα, τον βρήκα μόνο, να καπνίζει μπροστά από το πούλμαν που θα μας πήγαινε στα γυρίσματα. Ήμουν ο μόνος που είχε πάει απ' όλο το σχολείο! Δεν θα ήμουν όμως, ο μόνος που είχε πάει απ' όλη την πόλη. Μια παρέα φίλων, αριστερών πεποιθήσεων στην ηλικία του πατέρα μου, ανέβηκαν μαζί μου στο πούλμαν που παρέμενε, πάραυτα, πολύ πιο άδειο από λίγο γεμάτο. Έχεις κατοχική φάτσα μου είπε ο ηθοποιός, καλά έκανες και ήρθες.
Η διαδρομή είχε στροφές κι όσο και να θέλω σήμερα, δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομα του χωριού στο οποίο καταλήξαμε. Έμοιαζε εγκαταλειμμένο. Το λεωφορείο μας άφησε στην πλατεία, αλλά δεν υπήρχε κι άλλο σημείο για να μας αφήσει. Ανεβήκαμε σ' ένα έρημο σπίτι, κι εκεί, σε μια σάλα, ήταν πεταμένα τα ρούχα και τα παπούτσια που θα φορούσαμε. Έμοιαζαν με ρούχα που ανήκαν σε νεκρούς. Ντυθήκαμε όπως-όπως, και αμφιβάλλω αν κανείς μας φόρεσε το σωστό ζευγάρι παπούτσια και στα δύο πόδια. Έπειτα πήγαμε στο μοναδικό καφενείο-ταβέρνα του χωριού και ήπιαμε τσάι σε ποτήρια του κρασιού, μέχρι να δωθεί η εντολή για την επόμενη κίνηση.
Ένας κοντός γέρος με κάπα τσοπάνη, λευκό μαλλί, λευκό μουστάκι, κιτρινισμένο στη μέση από τη νικοτίνη μπήκε και μας χαιρέτησε όλους, δια χειραψίας. Ήταν εμφανώς χαρούμενος που ήμασταν εκεί, αλλά και λίγο απογοητευμένος που ήμασταν τόσο λίγοι. Έπρεπε πάση θυσία το γύρισμα στο χωριό να τελειώσει εκείνο το Σαββατοκύριακο. Η ταινία προχωρούσε αργά, ελλείψει χρημάτων. Ένας, μόνο, ήταν επαγγελματίας ηθοποιός. Ένας ψηλός ξανθομπάμπουρας με γυαλάκια που υποδυόταν τον Γερμανό. Οι υπόλοιποι ήμασταν κομπάρσοι, εθελοντές δηλαδή, ενώ ο πρωταγωνιστής ρωσοπόντιος εργάτης σε εργοστάσιο. Η επιλογή του είχε γίνει για δύο λόγους. Πρώτον γιατί δεν θα είχε χρηματικές απαιτήσεις, δεύτερον γιατί ήταν πηλός στα χέρια του σκηνοθέτη.
Με το που ακούγαμε το σύνθημα, βγαίναμε από τα βράχια και κυνηγούσαμε πάνω στην πλαγιά τον Γερμανό, μέχρι κάτω στην πλατωσιά. Αυτό επαναλήφθηκε μέχρι το μεσημέρι. Ανέβα-κατέβα την πλαγιά. Η πρώτη φορά ήταν προθέρμανση. Στη δεύτερη χαζογελούσαμε τρέχοντας κάτω την πλαγιά σαν να παίζαμε σε παιδική χαρά. Ο σκηνοθέτης αναγκάστηκε να επέμβει. Κυνηγάτε τον έχθρό μας είπε. Σαν έχει βιάσει μάνα κι αδελφή. Να φωνάζετε, να είστε οργισμένοι: θα σε γαμήσουμε παλιοπούστη. Το μεσημέρι το γύρισμα είχε τελειώσει. Είχε έρθει και το φαγητό. Ψητό κρέας, ψωμί, φέτα και κρασί. Σπράιτ για όσους δεν έπιναν κρασί. Δεν υπήρχαν τραπέζια, ούτε καρέκλες. Πήραμε όλοι από ένα κομμάτι κρέας και φάγαμε όρθιοι. Με τα χέρια.
Η επόμενη σκηνή ήταν πιο δύσκολη γιατί η κάμερα ήταν ακριβώς πίσω μας. Απαιτούσε μεγαλύτερη ακρίβεια. Ήταν η συνέχεια της προηγούμενης σκηνής. Έχουμε προλάβει τον Γερμανό και είμαστε έτοιμοι να τον εκτελέσουμε, όταν επεμβαίνει ο πρωταγωνιστής και τον φυγαδεύει. Ύστερα από καμιά εικοσαριά επαναλήψεις, τα κολακευτικά λόγια του σκηνοθέτη για μένα: αυτός παίζει ωραία, το φως ήταν πια ανεπαρκές για να προχωρήσουμε. Θα έρθεις πάλι αύριο; Θα θέλαμε να σε κάνουμε και γκρο. Μπα, έχω διάβασμα αύριο. Γράφω χημεία την άλλη εβδομάδα. Έλα, δεν θ' αργήσουμε όπως σήμερα. Θα σε πάμε εμείς σπίτι μετά, μου είπε η γυναίκα του. Δεν ξέρω τι θα είχε αλλάξει αν είχα πάει και την επόμενη στα γυρίσματα. Πάντως χημεία δε διάβασα.
Και ίσως τώρα που έφυγε ο Αλέξης Δαμιανός, να βγει ο Ηνίοχος σε DVD και να τον δω επιτέλους.
5 comments:
Μου άρεσε πολύ η ιστορία σου.Καλησπέρα!
που να είχα πρωταγωνιστήσει κιόλας ;-)
Τόχα καταλάβει πως ήσουν ηθοποιός, μωρό μου!!!
:ppppppppppppppp
και πως έχω γεννηθεί για το όσκαρ!
:p
beautiful story
Post a Comment