για τον M. Hulot
Δουλεύω στα καράβια. Είμαι 8 χρόνια σ' αυτή τη δουλειά. Από 18 χρονών. Τώρα είμαι στο μπαρ ενός πλοίου που πηγαινοέρχεται Ηράκλειο - Αθήνα. Η μάνα μου δε βγαίνει απ' το σπίτι. Δεν έχει λεφτά. Τη βοηθάω. Της αφήνω κάθε μέρα λεφτά στο μεταλλικό μπολάκι που ρίχνουμε τα κλειδιά όταν μπαίνουμε σπίτι. Όταν το θυμάμαι της παίρνω κι από δυο πακέτα τσιγάρα, μαζί με τα δικά μου. Όλη μέρα καπνίζει, κι ούτε δουλειές κάνει, ούτε καλό φαγητό φτιάχνει. Κάθεται με μισοκατεβασμένα ρολά και βλέπει τηλεόραση. Η τηλεόραση είναι συνέχεια ανοιχτή ακόμα κι όταν κοιμάται. Δεν πιστεύει τίποτα απ' όσα βλέπει, αλλά κάθεται και τα βλέπει. Δεν έχει τι άλλο να κάνει. Εμένα δε με βλέπει ποτέ, έχω τη δική μου τηλεόραση στο δωμάτιό μου. Από τότε που χτύπησε το πόδι της, ούτε για ψώνια στη γειτονιά δεν κατεβαίνει. Τα ντουλάπια είναι όλα άδεια. Μου ζητάει να της φέρω αυτό ή το άλλο. Ποιος ν' ακούσει; Τρέχω με άλλα. Σκοτώθηκα ένα Σάββατο που γυρνούσα σπίτι, ξημερώματα. Έτρεχα με τη μηχανή. Στο αίμα μου βρήκανε να τρέχει ένα μπουκάλι ουίσκι. Το έμαθα από τη μάνα μου ένα βράδυ που περιμένα στη στάση λίγο πιο πάνω από το σπίτι. Μου είπε: "έχω χτυπήσει το πόδι μου αγόρι μου, μπορείς πεταχτείς να μου πάρεις έναν αναπτύρα;" Βιαζόμουν. Δεν ήθελα να χάσω το λεωφορείο, αλλά πήγα. "Ένα μεγάλο! Φτάνουν τα λεφτά!" μου φώναξε όταν περνούσα το δρόμο απέναντι. Της διάλεξα ένα μεγάλο πράσινο κι αφού της τον έδωσα, μου το είπε. Της είπα"μη στενοχωριέσαι, μη στενοχωριέσαι".
***
Με λένε Νίκο είμαι 26 χρονών και σπουδάζω μηχανικός αυτοκινήτων στα Τίρανα. Ήμουν 12 όταν χωρίστηκε η οικογένειά μου κι είμαι ο μόνος σήμερα που δεν έχει χαρτιά για την Ελλάδα. Η μάνα μου λέει: ή θα σπουδάσω ή θα βγάλω χαρτιά. Δεν φτάνουν τα λεφτά και για τα 2. Δακρύζει, μετά σκύβει το κεφάλι, βάζει τη σκούπα της κάτω από τα γραφεία της εταιρίας που δουλεύει καθαρίστρια, μαζεύει λίγη σκόνη και λέει: "δεν πειράζει", ενώ πειράζει. Η καρδιά της έχει σπάσει και τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της. Όταν έγινα 20 κι είχα 8 χρόνια να δω την αδελφή μου δεν τη γνώρισα. Λέει η μάνα μου: "η αδελφή σου είναι". Δεν είναι. Ούτε κι εκείνη με γνώρισε. Τώρα είναι παντρεμένη στη Ρόδο και σκουπίζει πατώματα. "Ποιος θα προσλάβει μια Αλβανή χημικό;" λέει η μάνα μου και σφίγει κι εκείνη τη σκούπα στις χούφτες της. Ήταν μοδίστρα στην Αλβανία κι ο πατέρας μου είχε καλή δουλειά. Τώρα παίρνει 350 ευρώ. "Δεν πειράζει" λέει πάλι με παράπονο, "όσο πάμε καλά είναι". Όσο είναι όρθια, εννοεί. Και με κοιτάει. Τα μάτια της είναι χαμένα μέσα σε 2 μαύρες τρύπες του κρανίου της. Με κοιτάει. Είμαι ο γιός της που σπουδάζει στα Τίρανα και που κάθε απόγευμα συναντάει στην εταιρία που δουλεύει καθαρίστρια. Γι' αυτό ¨γειά σας, γειά σας¨ λέει κι εννοεί τον τρόπο που συναντιόμαστε στο γραφείο. Σήμερα, όταν έφευγα την είδα πάλι στο διάδρομο, έξω από το ασανσέρ. "Μη στενοχωριέσαι" της λέω, πηγαίνοντας κοντά της. Άνοιξε τα χέρια της, με αγκάλιασε, με φίλησε κι έφυγα.
6 comments:
πολύ καλό dude. I buzzed it
Μου αρεσε πολυ. Μπραβο:)
(κι από μένα, μπράβο)
α, καλααα, ούτε που πρόσεξα την αφιέρωση. θενκ γιου μέιτ.
Επιτέλους κάτι που δεν είναι δήθεν.
μ΄αρεσαν, και μαζί και χώρια!
Post a Comment