30.12.05
Η γιαγιά
Ο μπαμπάς κοιμάται. Η μαμά κοιμάται. Η αδελφή μου κοιμάται. Η γιαγιά κοιμάται. Κι εσύ μάλλον κοιμάσαι. Αν και για τη γιαγιά δεν είναι σίγουρο. Δεν την ακούω να ροχαλίζει. Η γιαγιά, εκτός του ότι ροχαλίζει όταν κοιμάται, κάνει κι άλλους θορύβους. Την πιο πολύ ώρα βέβαια, η γιαγιά κάθεται και μασουλάει αέρα. Το πρωί κάθεται στην κουζίνα με σταυρωμένα χέρια. Είναι εκεί, ντυμένη και χτενισμένη πριν σηκωθεί η μαμά, ο μπαμπάς, η αδελφή μου ή εγώ. Καλά, εμένα άσε με, σηκώνομαι αργά, γιατί κρατώ τη νύχτα το φως ανοιχτό γράφοντας ποστ. Φτιάχνει ελληνικό και τον πίνει με κοφτές ρουφηξιές σκυμμένη στο φλιτζάνι. Όταν τρώει το στομάχι της αντηχεί σαν παμπάλαιο σπήλαιο. Κάθε φορά που ξυπνάει θέλει τσίσα της. Ο ύπνος της διακόπτεται αμέτρητες φορές κάθε νύχτα για να πάει τουαλέτα. Ακούω τα βήματα της να πλησιάζουν σιγά-σιγά. Πάει ψηλαφητά στον τοίχο. Δεν ανάβει ποτέ το φως. Ένας από τους λόγους είναι μην τυχόν ξυπνήσει κάνεναν από μας. Ο άλλος είναι για οικονιμία. Αλλά μάλλον, τελικά, είναι επειδή, λόγω καταρράκτη, έχει συνηθήσει το σκοτάδι. Την ώρα εκείνη αν δεν κοιμάσαι και περπατάς κατά τύχη στο χώλ και δεν αντιληφθείς τα ανεπαίσθητα βήματα που αποροφάει η μοκέτα, τη βλέπεις ξαφνικά φάντη μπαστούνι, με το λευκό νυχτικό της σαν το φάντασμα. Η καρδιά σου πάει κι έρχεται από την τρομάρα αλλά δείχνεις ψυχραιμία. Πιάνεσαι με το 'να χέρι απ' τον τοίχο και με το άλλο πιάνεις την καρδιά σου, συγκρατείς με βαθιές αναπνοές την κραυγή που γεννιέται μέσα σου. Ρε, γιαγιά...
Subscribe to:
Post Comments (Atom)
2 comments:
γελασα με την περιγραφη...:D
το χουν αυτό οι γιαγιάδες... το γέλιο εννοώ...
Post a Comment