Ακίρα αγαπημένε μου αδελφέ,
Νιώθω ότι ο αέρας τελείώνει κι ότι δεν θα προλάβω. Τις τελευταίες μέρες κάνει τόση πολλή ζέστη που ούτε ν' αναπνεύσεις δεν μπορείς κανονικά. Κι αυτός ο ιδρώτας στάζει από παντού. Τουλάχιστον αν δεν μας είχαν κόψει το νερό θα ήταν διαφορετικά. Αχ! μη το εκλάβεις σαν παράπονο αυτό... Ως μεγάλος αδελφός μας, έκανες ότι μπορούσες. Δε μας άφησες ποτέ να διψάσουμε. Βρέχει χιονίσει σε θυμάμαι να τρέχεις με τον κουβά να φέρεις νερό απ' το πάρκο κι αυτό, κανείς μα κανείς δεν μπορεί να στο προσάψει. Κανείς δεν μπορεί να σου προσάψει το παραμικρό Ακίρα, γιατί κανείς δεν ξέρει.
Οι μέρες δυσκόλεψαν πολύ από τότε που έφυγε η μαμά. Το ξέρεις καλύτερα απ' όλους. Κρατήσαμε όμως όλοι την υπόσχεση μας στους κανόνες. Δεν κάναμε φασαρία και δεν βγαίναμε απ' το σπίτι. Επίσης, σε υπακούγαμε εφόσον η μαμά σε είχε ορίσει αρχηγό μας. Ακόμα κι όταν όλοι το ξέραμε ότι η μαμά δεν θα γυρίσει, τηρήσαμε τους κανόνες και περισσότερο απ' όλους εσύ που φρόντιζες να μη μας λείψει τίποτα. Το ότι μπορούσαμε να βασιστούμε σε σένα ήταν πολυτιμότερο κι απ' όλα τ' Απόλο Τσοκ του κόσμου.
Ακίρα δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα των γεννεθλίων μου, που με πήγες στο σταθμό να πάρουμε τη μαμά. Το ξέραμε φυσικά ότι δε θα κατέβει από κανένα τρένο, αλλά ποτέ δε μας τσάκισες την ελπίδα. Θα μπορούσες πολύ εύκολα να το κάνεις, κι εμείς να το πάρουμε απόφαση, όσο μπορεί ένα παιδί να πάρει απόφαση ότι η μαμά του δε θα ξαναγυρίσει. Τι καλός που ήσουν που με άφησες να βάλω τ' αγαπημένα μου παπουτσάκια! Αυτά που κάνουν θόρυβο σε κάθε βήμα σαν κουδουνίστρες. Και είμαι σίγουρη ότι ξέρεις πολύ καλά γιατί τα διάλεξα. Για να μην ακούμε τ' αφόρητα βήματα της μοναξιάς που μας ακολουθούσε.
Είχα κρατήσει για εκείνο το βράδυ των γεννεθλίων μου ένα τελευταίο Απόλο Τσοκ. Μακάρι να είχα κι άλλο ένα για σένα. Νομίζω ότι δεν είχα φάει τόσο νόστιμο σοκολατάκι στη ζωή μου! Ήμουν χαρούμενη, Ακίρα, εκείνο το βράδυ και ξέρεις γιατί; Γιατί με πήρες απ' το χέρι και μ' έβαλες για λίγο στον κόσμο σου.
Επίσης ξέρεις τι δε θα ξεχάσω ποτέ; Τις μέρες με τη Σάκι. Όταν ερχόταν σπίτι ήταν σαν γιορτή. Ήταν σαν να μοιραζόμαστε το μυστικό της ύπαρξης μας και να μη φοβόμαστε γι' αυτό. Ήμουν εκείνες τις στιγμές τόσο χαρούμενη κι ευτυχισμένη που μπορούσα ν' αποκοιμηθώ οπουδήποτε. Στα γόνατα της καλής Σάκι. Δεν ντρεπόμουν.
Ακίρα, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Αν ποτέ γυρίσει η μαμά δώσε της σε παρακαλώ τη ζωγραφιά που έχω κάνει για κείνη. Της έχω φορέσει ένα κόκκινο φόρεμα και καφέ παπούτσια. Επίσης, δώσε τη ζωγραφιά που έκανα στη Σάκι. Ήταν με τα λιγοστά κομματάκια παστέλ που απόμειναν από τις καλές μέρες. Νομίζω θα καταλάβει.
Μια τελευταία χάρη Ακίρα: όταν πεθάνω, το νιώθω, ο αέρας λιγοστεύει, θέλω με πας στ' αεροπλάνα. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Όλα τα καταφέρνεις εσύ. Και ξέρεις γιατί θέλω να πάω στ' αεροπλάνα; Γιατί όταν τα βλέπεις από τη γη είναι σαν ψείρες και δεν ξέρεις που πάνε. Σαν τη μικρή σου αδελφή Ακίρα. Είναι τόσο μικρή και δεν ξέρει που πάει. Αλλά δε φοβάται.
Ένα μεγάλο αριγκάτο Ακίρα
Γιούκι,
η νεκρή σου αδελφή
Υ.Γ. Ακίρα συγχώρεσε με που ανέβηκα σ' εκείνη την καρέκλα. Ξέρω δε θα έπρεπε, γιατί είμαι μικρή. Τα φυτά όμως στο μπαλκόνι μεγάλωσαν τόσο πολύ κι εγώ δεν μπορούσα να δω το δρόμο. Κι ήθελα να δω αν έρχεσαι.
3 comments:
Εμένα μέτρησέ με για 13ο...
Αυτο το κείμενο...
χμμμμ...
Χαιρετήσματα πάντως..
Ευχαριστώ τσάκα καν που περνάς κι από 'δω
αλλά δεν κατάλαβα αυτό το κείμενο, τι;;;
Sad
Sajonara
Post a Comment