Το αυτικίνητο χάλασε έτσι όπως χαλάνε όλα τ' αυτοκίνητα. Μια μέρα πας να βάλεις μπροστά, γυρνάς το κλειδί στη μίζα ακούς τη μηχανή να βήχει και να σταματάει. Ξαναγυρνάς το κλειδί, ξαναβήχει η μηχανή και ξανασταματάει. Με σηκωμένα φρύδια απορίας πια, κάνεις την τρίτη, την τέταρτη προσπάθεια. Ξαναγυρνάς το κλειδί στη μίζα, η μηχανή τώρα δεν βήχει απλώς, ξερνάει λάδια, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να δεις από τη θέση του οδηγού. Έτσι χαλάνε τ' αυτοκίνητα. Ένα πρωί πας να βάλεις μπροστά αλλά τίποτα. Κι έχεις ήδη αργήσει για τη δουλειά. Με την παλάμη δίνεις μια στο τιμόνι, -γαμώτο- και ταυτόχρονα -άου-, έχεις ξεχάσει το κόψιμο.
Μέχρι όμως να φτάσουμε στη βλάβη του αυτοκινήτου θα έχουν συμβεί και κάποια άλλα πράγματα.
…
Την επομένη του χωρισμού το πρωί, ο ήρωας ξύπνησε ανάλαφρος και γεμάτος καλή διάθεση. Με άριστα το 10 θα έβαζε τουλάχιστον 12 στη διάθεση του, περπάτησε ξυπόλητος και με την τσίμπλα στο μάτι μέχρι την κουζίνα και ήπιε ένα ποτήρι χυμό. Κοίταξε από το παράθυρο της κουζίνας χωρίς να δει τίποτα, έβαλε μηχανικά ένα φίλτρο στην καφετιέρα, τρεις κουταλιές της σούπας καφέ, και πάτησε το κουμπί. Για μια στιγμή έμεινε ασάλευτος στη μέση της κουζίνας με τα εσώρουχα. Όταν άρχισε να νιώθει το κρύο μωσαϊκό στις πατούσες του έτρεξε με μεγάλα άχαρα, χοροπηδητά βήματα, σαν κουνέλι, στο χαλάκι του καθιστικού. Γονάτισε κι άρχισε να ψάχνει τα cd. Μερικά είχαν σκόνη. Το σάουντρακ του 2046 βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού. Δεν θυμόταν να το έχει ακούσει πρόσφατα. Μετά θυμήθηκε την επίσκεψη της Μαίρης και μετά κοίταξε το χέρι του. Στη δεξιά του παλάμη βρισκόταν μια μικρή καρδούλα. Του ήρθε αμέσως η ιδέα να δέσει το χέρι του με γάζες κάτι που είχε αρχίσει να κάνει η Μαίρη χθες το βράδυ πριν της πει να φύγει. Τώρα λοιπόν έχω άλλο ένα σημάδι εξ' αιτίας της Μαίρης. Για μια στιγμή του ήρθε να βγάλει τα ρούχα του και να ψάξει όλο του το σώμα για σημάδια. Ποιός ξέρει τι άλλα σημάδια θα μου έχει αφήσει; Είναι περίεργο τι μένει στον καθένα από μια σχέση. Δεν έβγαλε όμως τα εσώρουχα του. Έβαλε τον πρώτο δίσκο των Strokes και χώθηκε κάτω από το ντους. Μέσα στην μπανιέρα, με το τηλέφωνο του ντους για μικρόφωνο και το Let me go/Darling let me g-g-g-g-g-g-go για στίχο, ο καθένας μπορεί να τραγουδήσει καλύτερα από τον Julian Casablancas.
Κάπως έτσι άρχισε η μετά-Μαίρη εποχή. Με δύο σημάδια ένα λίγο πιο επίμονο απ’ τ’ άλλο. Κανένα βαθύ. Κανένα ανησυχητικό.
Όμως, όταν κάτι βγαίνει από τη ζωή σου, κάτι άλλο θέλεις να μπει. Το κενό που αφήνει μια σχέση χάσκει στην άκρη των ποδιών σου σε κάθε σου βήμα. Ο ήρωας δεν ήξερε με τι ακριβώς θα μπορούσε ν’ ασχοληθεί. Πέρασαν πολλές ιδέες από το μυαλό του οι οποίες εξαφανίζονταν εξίσου γρήγορα όπως και το νερό απ’ το σιφόνι της μπανιέρας.
Μια εβδομάδα πέρασε, η διάθεση έπεφτε σταδιακά, με την κλίμακα που εφαρμόσαμε προηγουμένως, την Τρίτη, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, δεν ξεπερνούσε το πέντε με έξι. Προφασίστηκε επιπλοκές στο δεμένο του χέρι και δεν πήγε στο γραφείο. Μέχρι την Παρασκευή η βελόνα στο κοντέρ της διάθεσης του, αμφιταλαντευόταν μεταξύ ένα και δύο. Ώσπου το Σάββατο δεν είχε καμιά όρεξη να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι.
Αναγκάστηκε να βγει απ’ τα σκεπάσματα για να σηκώσει το σταθερό. Αν και ήξερε ποιος θα ήταν στην άλλη γραμμή. Μέχρι τα συρτά του βήματα να φτάσουν στη συσκευή, είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του ότι το επίμονο αυτό κουδούνισμα του τηλεφώνου ανήκε στη μαμά.
Ναι.
Κάνοντας το μορφασμό του νικητή του στοιχήματος άρχισε να δίνει απαντήσεις στις ερωτήσεις της μαμάς. Ναι μαμά, όχι μαμά, όχι μαμά, ναι μαμά, με τον τρόπο που περιέγραψα στο κεφάλαιο 7. Παράλληλα, προσπάθησε να εξιχνιάσει, ακούγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούσε τους ήχους στο βάθος, που οφειλόταν το κέφι της μαμάς. Γιατί ήταν σαφές. Η μαμά άκουγε το Je t’aime moi non plus του Serge Gainsbourg και είχε κέφια.
Πάνε τρία χρόνια από το μοιραίο εγκεφαλικό του μπαμπά. Η μαμά, μια κυρία μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, καλοδιατηρημένη, τον είχε κλάψει αρκετά. Ζούσε τώρα μια ζωή που όλα αυτά τα χρόνια είχε ελαφρώς παραμελήσει εξ’ αιτίας της εύθραυστης υγείας του μακαρίτη. Πήγαινε εκδρομές, έβγαινε, αλλά το κυριότερο: είχε ξαναβρεί το χιούμορ της και τις παλιές παρέες της, γυναίκες τις ίδιας περίπου ηλικίας, είτε χήρες σαν αυτή, είτε ακόμα παντρεμένες. Δεν αποκλείεται επίσης, να είχε βρει και κανένα νεαρό στην ηλικία του υιού της και ν’ ακούει μαζί του τώρα στο πικ-απ ένα από τα πιο αισθησιακά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ. Λες;
Η διάθεση λοιπόν μητέρας και υιού ήταν αντιστρόφως ανάλογη.
Με έχεις παραμελήσει του είπε. Αλλά με χαμόγελο όχι με πίκρα. Σε περιμένω με τη Μαίρη αύριο το μεσημέρι για φαΐ. Θα φτιάξω ένα… Μαμά μην μπεις στον κόπο, την έκοψε. Με τη Μαίρη χώρισα κι έπειτα έχω κανονίσει για αύριο. (Ούτε εξ’ ολοκλήρου ψέμα, ούτε κι εξ’ ολοκλήρου αλήθεια.) Αν ακυρωθεί θα σε πάρω τηλέφωνο εντάξει; Καλά, καλά, κατάλαβα. Μου φαίνεται πως έχουμε πολλά να πούμε κι όχι απ’ το τηλέφωνο.
…
Το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο πέρασε όπως περνάνε τα κανάλια στο ζάπινγκ. Οι ώρες έπεσαν η μια πάνω στην άλλη, η μέρα μπλέχτηκε με τη νύχτα και δεν έμεινε παρά μόνο η νύχτα. Το κενό που χάσκει σε κάθε σου βήμα μετά από ένα χωρισμό τώρα έχει καταπιεί πια τον ήρωα. Νιώθει ότι βρίσκεται μέσα σ’ ένα κατακόρυφο μαύρο σωλήνα η απόληξη του οποίου είναι το μαύρο σκοτάδι.
Σκοτάδι που θα καλύψει ακόμα και το πρωί της δευτέρας. Στον καθρέφτη του νιπτήρα θα υπάρχει ένα σκοτεινό πρόσωπο. Ίσως το σκοτεινιάζει η σκιά από τα γένια που πρέπει τώρα ν’ αποφασίσει αν θα ξυρίσει. Το να μην ξυριστεί είναι ο μόνος τρόπος ώστε να επουλωθεί το ένα από τα δυο του κοψίματα. Αυτό του λαιμού. Ίσως πάλι υπαίτιοι να είναι οι μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια, που βαραίνουν σαν σακούλες φορτωμένες τις κενές ώρες του Σαββατοκύριακου και που πρέπει οπωσδήποτε σήμερα να κρατηθούν πίσω από σκούρα γυαλιά. Δύο μαύρες τρύπες, λίγο μεγαλύτερες του κανονικού, -ο ήρωας έχει μεγάλη μύτη-, ανοιγοκλείνουν σαν τα ρουθούνια αλόγου σε κάθε του ανάσα. Κι όλο αυτό, υπογραμμίζεται από ένα εξίσου μελανό και δασύτριχο στήθος που καταφέρνει να βρει διέξοδο ακόμα και από το μαύρο φανελάκι με τη στενή λαιμόκοψη.
Όταν τελικά θα ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο με το χαρακτηριστικό μπιπ-μπιπ του συναγερμού ν’ αντηχεί στο στενό, είναι ένας φρεσκοξυρισμένος δολοφόνος με το γνωστό σημάδι στο λαιμό και το γνωστό επίδεσμο στο χέρι. Θα έπαιρνε κάλλιστα ρόλο στο Reservoir Dogs αν κατά τύχη γυριζόταν σήμερα, κι ο Quentin Tarantino ήταν έλληνας.
Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος εκ πεποιθήσεως αντικομφορμιστής. Έχει ένα δικό του ενδυματολογικό τρόπο να διαφοροποιείται από το σύνολο. Φοράει πάντα κοστούμι γραβάτα ακόμα κι όταν οι περιστάσεις δεν το υπαγορεύουν.
Την έκπληξη που τον περιμένει στο αυτοκίνητο την περιέγραψα παραπάνω. Πράγμα που θα τον αναγκάσει να πάρει ταξί, να φτάσει αργοπορημένος στη δουλειά και να δώσει εξηγήσεις. Κάτι που μισεί: το να ξέρουν οι άλλοι τι συμβαίνει στη ζωή του. Και στο τέλος της ημέρας θα αναγκαστεί ν’ αρνηθεί τις προσφορές των συναδέλφων να τον συνοδέψουν. Θα μείνω λίγο παραπάνω και θα πάρω ταξί, δεν πειράζει.
Μόνο που να, την ώρα που κατευθύνεται αδιάφορος προς το ασανσέρ, τσιμπάει μια καραμελίτσα με γεύση φράουλα από το μπολάκι στο άδειο γραφείο της ρεσεψιόν, η Μαρίνα βρίσκεται ήδη στο θάλαμο και οι πόρτες κλείνουν. Μόλις η Μαρίνα τον αντικρίσει, το ταραγμένο της γοβάκι θα μπει ανάμεσα στις πόρτες αναγκάζοντας τες να ξανανοίξουν. Ο ήρωας θα μπει -ευχαριστώ. Θα αποφύγει την οπτική επαφή με τον καθρέφτη, -τα σποτάκια των ασανσέρ είναι ανελέητα-, αλλά θα γυρίσει με σηκωμένα φρύδια πάνω απ’ τα γυαλιά ηλίου, να κοιτάξει τη Μαρίνα που δαγκώνει τώρα το κάτω χείλος όλο νάζι, δείχνοντας του τα κλειδιά του κίτρινου Renault Mégane, décapotable, αφού πρώτα έχει ανακοινώσει με την πιο βαθιά και αισθησιακή της φωνή, ότι -θα σε πάω εγώ, δε μου κάνει κανένα κόπο.
1 comment:
Ωραίο.
Ο Ήρωας έχει αλλάξει εδώ, δεν έχει και πολλή σχέση με αυτό που ήταν στα προηγούμενα κεφάλαια.
Πάντως, ένα έχω να πω : ωραία γραφή, εξακολουθώ να βρίσκω τα κείμενά σου απολαυστικά.
Έχω μεγάλη καρδιά, γι' αυτό.
Post a Comment