Έμαθα ν’ αγαπώ τα εγκαταλελειμμένα κτήρια, τις αποθήκες, και την άσφαλτο, μια εποχή που η ερημιά ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα. Τα έχει αυτά η εφηβεία! Φανταζόμουν, τότε, τη ζωή γονατισμένη σ’ ένα γκρίζο διαμέρισμα, μιας γκρίζας πολυκατοικίας. Παρέα με τα πλάσματα που τρέφει ο φωταγωγός. Το σκοτάδι της ψυχής και το σκοτάδι της πόλης σε αρμονική συνύπαρξη. Τα χρόνια πέρασαν και έμαθα να ζω και με σκοτάδι και με φως. Δεν είναι σίγουρο αν η ζωή στην πόλη στάθηκε ποτέ στα πόδια της, αν άνοιξε καθόλου το παράθυρο. Το σίγουρο είναι ότι εγώ τραβώ την κουρτίνα μου όταν έξω έχει ήλιο. Μέχρι τα δέντρα και το χώμα να επιστρέψουν από τις διακοπές, σε μιαν άλλη, επόμενη ζωή, θα χαζεύω σιδεριές, γκράφιτι, και λεκέδες στην άσφαλτο, όπως άλλοι χαζεύουν πίνακες σε μουσεία και αρχαίες πέτρες σπαρμένες εδώ κι εκεί.
No comments:
Post a Comment