18.1.06

Ντον Σκατέου

Στη δευτέρα γυμνασίου έγινα στιγμιαία κοπρολάγνος. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να φάω οτιδήποτε θα 'βγαινε από τον κώλο της Α., παρά αυτό που είχα στο πιάτο μου.

Πρέπει να σου πω ό,τι ποτέ δεν μ'άρεσαν πολύ τα φαγητά της μαμάς. Η σχέση μου με το φαΐ χάλασε γύρω στα δύο και το τραπέζι της κουζίνας έγινε ο τόπος του μεγαλύτερού μου μαρτυρίου. Ήταν η ηλικία που έγινα φίλος με το ψωμί. Το κρέας ήμουν ικανός να το κρατώ στο στόμα μου κι όταν δε μ' έβλεπε κανείς να το φτύνω πίσω από καναπέδες, κάτω από χαλιά, κρεβάτια... Θεία, αν βρεις κανά κομματάκι από σουβλάκι στην ντουλάπα, από τότε θα' ναι. Σόρρυ... Όσο για τα λαχανικά και τα φρούτα, υπάρχει παιδί που του αρέσουν τα λαχανικά και τα φρούτα; Και μην αρχίσεις να μου λες τώρα εμένα, εμένα, εμένα... Κανονικά δε θα 'πρεπε. Εσύ είχες πρόβλημα, όχι εγώ!

Η Α. δε μ' άρεσε. Ή μάλλον δεν ήταν ακριβώς η Νο 1 μου επιλογή. Μου άρεσαν πάντα τα πιο ανεπτυγμένα κοριτσάκια. Και υπήρχαν τουλάχιστον άλλα δύο στη τάξη που πληρούσαν τις αναλογίες και είχαν με το σπαθί τους, -με το βυζί τους θα 'πρεπε να πω-, αποκτήσει θέση μόνιμη, σ' αυτό που χαριτολογώντας ονομάζουμε "δουλειά για το σπίτι".

Όλα ξεκίνησαν την ημέρα που μπήκε στην τάξη, στη μέση του μαθήματος. Ο καθηγητής σταμάτησε, τη σύστησε στη τάξή, κανείς δεν είπε το "καλως ήρθες αννούλα", αυτά γίνονται μόνο στα ανέκδοτα με τον Τοτό και στις διαφημήσεις. Έτυχε, η άδεια θέση να βρίσκεται κοντά στη δική μου κι έτσι απέκτησα κανούριο ενδιαφέρον την ώρα της παράδοσης. Εκτός από το να γράφω στο θρανίο, να λύνω και δένω το στυλό, να κοιτώ έξω από το παράθυρο και να περιμένω το κουδούνι του διαλείμματος, είχα να παρατηρώ την καινούρια, γιατί έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Μ'αρέσει τελικά ή όχι;

Η Α. είχε μια ελιά στο μάγουλο. Μεγάλη σκούρα ελιά. Εμένα οι ελιές δεν μ' αρέσουν κι ας τις λένε οι Γάλλοι "κόκκους ομορφιάς". Οι "κόκκοι ομορφιάς" ας μαζευτούν όλοι σ' ένα σακί κι ας αφήσουν τα δέρματα των ανθρώπων σκέτα και απλά ωραία. Μια ελιά απ' αυτές που πιάνουν και τριχίτσες όσο μεγαλώνεις, οπότε ήδη ένα μεγάλο μείον. Δεν μπορούσα ν' αποφασίσω όμως για τα μάτια της, ήταν μικρά, αλλά είχαν μια σπίθα. Ούτε για τα μάγουλα της που κοκκίνιζαν όπως και τα δικά μου.

Ο καιρός περνούσε. Το θρανίο εκτός από στίχους, ομάδες και απλές πράξεις εφηβικών ερώτων που κατέληγαν όλες στο ίδιο αποτέλσμα: FOREVER AND EVER, δεν είχε γεμίσει με τ' αρχικά της Α. Το ένα απόγευμα διαδεχόταν το άλλο, σαν ο χρόνος να μένει στάσιμος. Μέχρι το απόγευμα του πάρτυ. Η Α. είχε καλέσει τους καινούριους της συμμαθητές για τα γεννέθλιά της.

Ήταν η εποχή της αναβίωσης του rock 'n' roll. Ακούγαμε και χορεύαμε δηλαδή τα τραγούδια που άκουγαν και χόρευαν οι γονείς μας κι αυτό μας έκανε όλους (γονείς και παιδιά) πανευτυχείς. Βρίσκαμε κοινά. Θεέ μου! Ίσως από τότε ν' άρχισαν να χρησιμοποιούνται οι εμετικές φράσεις του στυλ: "τραγούδια που άντεξαν στο χρόνο" ή "για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι". Δεν πας όμως σε πάρτυ να προβληματιστείς γι' αυτά. Φτιάχνεις το μαλλί κοκόρι, βάζεις παπουτσάκι για χορό και come on baby, let's do the twist.

Η Α. φορούσε ένα μωβ κολλητό φόρεμα κι είχε ιδρώσει. Τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως καταλαβαίνω τι την έκανε ξεχωριστή. Ήταν ταυτόχρονα ένα συνομήλικο κοριτσάκι κι η πριγκίπισα ενός παραμυθιού. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι θα μπορούσα να χώσω τη μούρη μου μέσα στο ιδρώτα της. Στα παραμύθια όλα είναι αγνά.

Κι έτσι πολύ αργότερα από την ημέρα του πάρτυ, αφού το είχα πάρει απόφαση κι όλα τα Α ήθελα να τα κυκλώσω με καρδούλες, η μαμά έφτιαξε σουτζουκάκια. Κι εγώ έγινα στιγμιαία κατά φαντασίαν κοπρολάγνος. Στα παραμύθια όλα είναι αγνά.

1 comment:

Anonymous said...

Αυτό το κειμενάκι δεν θα το σχολιάσω Γατούλη.
Προτιμώ να πιω μια δραμαμίνη.