19.1.06

Σκοτώθηκα.

Σκοτώθηκα. Αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας στάζουν από παντού. Τα ρούχα μου είναι κουρέλια. Και δεν περπατώ με τρέχουν τέσσερις σε φορείο.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, ο αερόσακος δεν άνοιξε. Κι εγώ χτύπησα με φόρα στο πρόσωπο και σε άλλα σημεία του σώματος. Δεν μπορώ να σου μιλήσω με σιγουριά για τη σοβορότητα της κατάστασης. Τι έχω σπάσει, τι έχει μείνει όρθιο. Μάλλον τίποτα. Οι πληγές είναι ακόμα ζεστές. Ο πόνος δεν μ' έχει κατακλύσει. Αλλά το νιώθω, θα με τσακίσει. Όταν με βρήκαν πεταμένο, μέτρα μακρυά από τα συντρίμμια, δεν ανέπνεα. Με είχαν για νεκρό. Χρειάστηκε να μου κάνουν ηλεκτροσόκ για να μ' επαναφέρουν. Τώρα ένα χέρι καρατάει τη μάσκα οξυγόνου στο προσωπό μου και απορώ. Γιατί δεν μου την περνάει κάποιος με το λάστιχο πίσω από το κεφάλι; Κι ανατριχιάζω και μόνο με τη σκέψη. Το κρανίο μου έγινε θρύψαλα. Ο εγκέφαλος βρίσκεται τώρα εκτεθειμένος και ακουμπά το λευκό σεντόνι αυτού εδώ του φορείου, αυτού εδώ του ασθενοφόρου. Ποιός ξέρει αν βρήκαν το κομμάτια από το θρυμματισμένο μου κρανίο. Ποιός ξέρει αν τα μάζεψαν. Μέσα στο σκοτάδι, πολύ αμφιβάλω. Άραγε θα καταφέρουν να μου κλείσουν το κρανίο; Άραγε θα καταφέρουν να με κρατήσουν στη ζωή; Αισθάνομαι να χάνω πάλι τις αισθήσεις μου. Ένα θολό στόμα πάνω απ' το κεφάλι μου ανοιγοκλείνει και μια φωνή ακούγεται από βαθιά. Μην κουνιέσαι, μην κουνιέσαι.
Είμαι το κείμενο που διαβάζεις και δεν ξέρω αν θα ζήσω.

No comments: