Τραβούσε τα κοτσιδάκια του ο καράφλας. Και θα τραβούσε και τ' αρχίδια του αλλά αντ' αυτού, πέταξε το πράσινο φωσφοριζέ γιλεκάκι, άφησε κάτω το ραντάρ ελέγχου ταχύτητας που κρατούσε, μπήκε στο περιπολικό, έβαλε μπροστά τη σειρήνα και μ' ακολούθησε.
Όταν με πλησίασε, η αγανάκτηση του ήταν ακόμα ολοφάνερη. Χειρονομούσε ταυτόχρονα σαν παρανοϊκός τροχονόμος και ταρίφας σε παράκρουση. Οι τρίχες απ' το μουστάκι του έδειχναν όλες μια διαφορετική κατεύθυνση, τόσο που ζαλιζόσουν αν το κοιτούσες πολύ ώρα.
Όργανο το παραδέχομαι, έτρεχα αλλά βιάζομαι. Από στιγμή σε στιγμή γεννάει η γυναίκα μου, πρέπει να πάω να τη δω (μούσι). Δεν πας, μου λέει. Με τόσα χιλιόμετρα "αλλού" πας. Δεν έβαλε καν μια λέξη, είπε μόνο "αλλού" και συνέχισε. Με 120χλμ πας στη γυναίκα σου ή οπουδήποτε αλλού έχεις να πας (δεν το 'χαψε). Με όλα τα χιλιόμετρα του κοντέρ "αλλού" πας, επανέλαβε. Μετά ζήτησε άδεια και δίπλωμα και να βγω απ' τ' αμάξι.
Όταν γύρισα πάλι το κλειδί στη μίζα, με την κλήση να μου καίει τα χέρια, η λέξη που μου ήρθε ήταν θυμαράκια. Αυτό το "αλλού" έπρεπε οπωσδήποτε να το αντικαταστήσω στο μυαλό μου. Και κάνοντας αυτόν το συλογισμό της αντικατάστασης μου ήρθαν ένα σωρό λέξεις που θα ταίριαζαν: αγύριστο, φούντο, στον άλλο κόσμο, στα κυπαρίσια, στο φούρνο, μια και καλή.
Λίγα λεπτά αργότερα θα καταλάβαινα και κάτι ακόμα. Πιο κάτω στον ίδιο δρόμο, κάποιος άφηνε τα χυμένα του μυαλά πάνω στην άσφαλτο, μαζί με την τελευταία του πνοή. Το περιεπολικό ήταν ήδη εκεί, το ίδιο περιπολικό με τον ίδιο μπάτσο, και καθώς περνούσα με μειωμένη ταχύτητα, όπως γίνεται σ' αυτές τις περιπτώσεις για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου, το βλέμμα μου διασταυρώθηκε ακαριαία με αυτό του μουστακαλή τροχονόμου. Ήταν σαν να μου έλεγε ότι κάποιος σήμερα είχε αποφασίσει ο νεκρός να μην είμαι εγώ.
1 comment:
Υπερβολές.
Post a Comment