7.2.06

Είναι κάτι βράδια. (4)

Με το που έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος της ξέσπασε σε λυγμούς, μέχρι να φτάσει στο σαλόνι το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο. Χωρίς ν’ ανάψει το φως σωριάστηκε στον καναπέ, αγκάλιασε ένα μαξιλάρι σε σχήμα καρδιάς και διπλώθηκε εκεί σε στάση εμβρύου. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί έκλαιγε. Για τα χρόνια που περνάνε, για τους άντρες που επίσης περνάνε, για τους γονείς της που γερνάνε, για τον εαυτό της, για τα παιδιά των φαναριών, για τα παιδιά του τρίτου κόσμου που πεινάνε, για την Αντζελίνα που περιμένει το παιδί του Πιτ και που θα είναι κατά πάσα πιθανότητα το πιο όμορφο πλάσμα του πλανήτη. Ίσως έκλαιγε επειδή περίμενε περίοδο κι οι ορμόνες της είχαν αναστατωθεί.

Δεν άργησε να ξαναβρεί τον εαυτό της αλλά το ήξερε: θα ήταν άλλο ένα απ’ αυτά τα βράδια που δε σε χωράει ο τόπος. Ένα ελαφρύ γεύμα και ένας καλός ύπνος ίσως βοηθήσουν την κατάσταση.

Έβαλε σε μια κατσαρόλα λίγο νερό να βράσει για το ριζότο. Πέταξε τις γόβες της σε μια άκρη του δωματίου, στάθηκε μια στιγμή ακίνητη χωρίς να ξέρει τι ήθελε να κάνει, τελικά πήγε στο ψυγείο, έβαλε ένα μεγάλο ποτήρι κόκα-κόλα, ξαναπήγε ξιπόλητη πια στο σαλόνι και άναψε τον υπολογιστή. Πρέπει ν’ αλλάξω τη διαρρύθμιση εδώ μέσα, σκέφτηκε αστραπιαία, αλλά το ξέχασε το ίδιο αστραπιαία.

Μέχρι ν’ ανάψει ο υπολογιστής, ν’ ανοίξουν τα γουίντοους με τον χαρακτηριστικό τους ελαφρύ ήχο καλωσορίσματος και να αποκατασταθούν όλα τα εικονίδια στην επιφάνεια εργασίας, πάνω σ’ ένα φόντο που απεικονίζει την Μαρίνα παιδούλα και φυσικά τρισευτυχισμένη, την εποχή που έπαιζε ακόμα λάστιχο στο δημοτικό, κάτω από έναν ήλιο που μπαίνει λοξά από την δεξιά μεριά της φωτογραφίας και αποτελείται από μικρούς κοκκινοπούς στρογγυλούς λεκέδες, -δεν πάει πολύς καιρός που έβαλε το Νώντα στη δουλειά να της σκανάρει τη συγκεκριμένη φωτογραφία, γιατί περνάει μια φάση νοσταλγίας για εκείνα τα χρόνια που όλα τα παιδάκια έπαιζαν ξένοιαστα στη γειτονιά κι εκείνη ήταν η πιο όμορφη απ’ όλες- το νερό στη κατσαρόλα είχε βράσει και χυνόταν γύρω από το μάτι της κουζίνας, αλλά η Μαρίνα δεν είχε προλάβει να ξεβάψει ούτε τις βλεφαρίδες του ενός ματιού. Αναστέναξε και παραλίγο να βάλει πάλι τα κλάματα.

Σίγουρα όμως, σε κάποιο άλλο μάτι, εκτός απ’ το δικό μου, η εικόνα της Μαρίνας σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση: με το σκίσιμο της φούστας να έχει γυρίσει στο πλάι αντί για πίσω, με τα ποταμάκια ρίμελ ακόμα να φαίνονται στα μάγουλα της, μέχρι κάτω χαμηλά στο πρόσωπο, με το μαλλί της να έχει γίνει μια φωλιά για χελιδόνια, με την ελαφρώς δυστυχισμένη έκφραση της, αλλά με το ποτήρι της κόκα-κόλας πάντα μισο-γεμάτο, θα προκαλούσε δυνατά γέλια.

Πάλι βημάτισε προς την κουζίνα, κρατώντας ακόμα στο ένα χέρι το βαμβάκι με το καθαριστικό γαλάκτωμα. Με το άλλο χέρι, άνοιξε το ντουλάπι άρπαξε ένα φακελάκι της Knorr το έσκισε με τα δόντια της κι έχυσε το περιεχόμενο στο νερό της κατσαρόλας που κόχλαζε. Πριν εξαφανιστεί πάλι στο μπάνιο άναψε και τον απορροφητήρα.

Είμαστε στο 2006 ρε γαμώτο μερικά πράγματα θα έπρεπε να γίνονταν αυτόματα πια. Κάτι τέτοιες εκλάμψεις του μυαλού της ξάφνιαζαν ακόμα και την ίδια. Που είναι τα ρομπότ που μας είχαν υποσχεθεί ότι θα απλοποιήσουν τα πράγματα; Να θυμηθώ να το γράψω στο blog μου αυτό.

Η διάθεση της ξαφνικά άρχισε ν’ αλλάζει, όταν το μακιγιάζ απομακρύνθηκε τελείως από το πρόσωπο της με σχολαστικές αλλά ταυτόχρονα γρήγορες κινήσεις η Μαρίνα ένιωσε σχεδόν ανάλαφρη.
Δεν πρέπει ν’ αφήνουμε τη καθημερινή ταλαιπωρία να μας καταβάλλει, σχημάτισε λέξη προς λέξη πάλι το μυαλουδάκι της. Έτρεξε πάλι στο σαλόνι ξιπόλητη. Μέσα από το μαύρο λεπτό καλσόν της, φαινόταν το πεντικιούρ. Κόκκινα βαμμένα δαχτυλάκια που θα ικανοποιούσαν στο έπακρο ακόμα και τους πιο απαιτητικούς ποδολάγνους. Η Μαρίνα, αν μη τι άλλο, ήξερε από φετίχ και βίτσια. Κι επειδή ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα σου κάτσει και τι απαιτήσεις θα έχει, καλύτερα να είσαι προετοιμασμένη για όλα. Έτρεξε λοιπόν στο σαλόνι και έψαξε τα cd. Μέσα σ’ αυτά που άκουγε κατά κόρον τον τελευταίο καιρό ήταν αυτό του Ρέμου, αυτό του Πλούταρχου, αυτό της Πέγκης, αυτό της Βίσσυ, αυτό της Βανδή (πότε για την Μαρίνα δεν υπήρξαν αντίζηλες, μέσα της πάντα αλληλοσυμπληρώνονταν), αυτό του Χατζηγιάννη, αυτό της Κοκκίνου. Δεν έψαχνε όμως κανένα από αυτά. Έψαχνε το Ray of Light της Madonna. Τελικά το βρήκε κάτω-κάτω από μια στοίβα με ξεχασμένα και σκονισμένα cd, το έβαλε με λαχτάρα, έτρεξε να σβήσει το μάτι και πήγε να ξεντυθεί.

Η Μαρίνα είχε μεγαλώσει με την Madonna. Την εποχή του Like A Virgin άνοιγε τρύπες στα τζιν και τα καλσόν της. Με το ίδιο ψαλίδι έκοβε τον περίγυρο από τις μίνι φούστες έτσι ώστε να έχουν ξέφτια, φορούσε δαντελένια γαντάκια με κομμένα δάχτυλα, πολλά βραχιολάκια και πετσιά στον καρπό, έξανε το μαλλί και δεν έβγαζε την τσίχλα ποτέ από το στόμα. Ούτε στον ύπνο. Μια φορά πήγε να πνιγεί όταν ένας καθηγητής της είπε: βγάλε επιτέλους αυτήν την τσίχλα από το στόμα σου, κι εκείνη την κατάπιε. Την εποχή του Papa Don’t Preach, έκοψε κοντό το μαλλί και φορούσε μόνο Levi’s 501. Την εποχή του La Isla Bonita, τα έφτιαξε μ’ έναν Ισπανό, -μη φανταστείς, ένας εξελληνισμένος ισπανός που είχε ξεμείνει για χρόνια στην Ελλάδα, αλλά που δεν χρειάστηκε καθόλου να προσπαθήσει, εφόσον εκείνη καταγοητεύτηκε όταν προσφέρθηκε πολύ απλά να της εξηγήσει τα λόγια του τραγουδιού. Τέλος, την εποχή του In Bed With Madonna, η Μαρίνα έκανε τα πάντα με τους πάντες, πράγμα που δεν έχει μετανιώσει και που κατά βάθος θα ευχόταν να διαρκούσε περισσότερο.

Η Μαρίνα τώρα έχει πάει στο δωμάτιο ν’ αλλάξει. Όχι δεν μου έχει γείρει την πόρτα, βλέπω τα πάντα, αλλά δεν θα σου περιγράψω τις καμπύλες της. Στο κάτω-κάτω από το βελούδινο, εφαρμοστό, χαμηλοκάβαλο παντελόνι, με κορδόνι στη μέση και το αντίστοιχο κοντό ζακετάκι με φερμουάρ και κουκούλα, διαγράφονται καθαρότατα. Τι άλλο θες;

Φοβάμαι ότι αυτό το ριζότο στην κατσαρόλα θα μείνει. Η Μαρίνα κουνάμενη λυγάμενη κατευθύνει τις υπέροχες αναλογίες της πάλι προς το σαλόνι, παρακάμπτοντας την κουζίνα μ’ ένα κούνημα του γοφού. Σκάει ένα χαμόγελο στον εαυτό της καθώς περνάει από τον ολόσωμο καθρέφτη του χολ και στρώνεται μπροστά από το πληκτρολόγιο. Έχει όρεξη για blogging πάλι. Εγώ όμως φεύγω, βαριέμαι ν’ ακούω τον ήχο από τα νύχια της πάνω στα πλήκτρα. Η Μαρίνα έχει μάθει το τυφλό σύστημα και ξέρει να πληκτρολογεί εξαιρετικά γρήγορα. Πληκτρολογεί ακόμα πιο γρήγορα κι απ’ τη σκέψη της. Άσε που δεν έχει σπάσει ποτέ νύχι. Μάλλον θα βάζει σκληρυντικό.

3 comments:

mirelen said...

Χωρίς να θέλω να σε προσβάλλω, μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις.

Sarasides said...

Γάτε, κρυφουποχθόνιε, είσαι στα 4 ποστ και έχουμε 7 του μηνός.
Κανόνισε.
Πρέπει να προαχθεί το έργο του θεού!
Και άσε τις άλλες να χτενίζονται. Να γυρίσεις στη Μαίρη - σε αγαπάει, λέει η μαμά μου.

cheshire cat said...

8 tou minos simera ki eho meinei 4 posts piso... alla erhontai kainouies exelixeis. anameinate! i mairi an mas agapouse tha mas paratage?