Η Μαίρη ίδρωσε ελαφρώς από τις μανούβρες του παρκαρίσματος. H θέρμανση μέσα στο αυτοκίνητο ήταν στο φουλ. Κι έπειτα, η θέση που βρήκε να παρκάρει κάτω από την πολυκατοικία, όπου έζησε τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής της, ήταν μικρή. Είχε ξεσυνηθίσει να παρκάρει στο δρόμο. Ο γιατρός έχει γκαράζ. Το Yaris χαίρει πια τιμών λιμουζίνας και σαν τέτοια είναι αδύνατο να χωρέσει στο μικροσκοπικό άνοιγμα ανάμεσα σ’ ένα Ford Escort του 1989, προς πώληση, κι ένα Reugeot 206, ασημί, του 2002, 1.400 κ.ε, 3θυρο, με τελική 220χλμ/ώρα. Το αυτοκίνητο του ήρωα μας δηλαδή.
Μπήκε στο διαμέρισμα αφού έστριψε τρεις φορές το κλειδί στην κλειδαριά ασφαλείας και δέχτηκε την ίδια γνώριμη μυρωδιά από το αποσμητικό του πρώην της, όπως το πρώτο εκείνο βράδυ που ανέβηκαν με την πρόφαση ενός τελευταίου ποτού που δεν πρόλαβαν καν ν’ αρχίσουν εφόσον τελείωσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
Η Μαίρη ένιωσε τώρα αυτό το σπίτι εξίσου οικείο και ξένο. Παρόλο που κάθε γωνιά αυτού του διαμερίσματος της ήταν γνώριμη σαν κομμάτι του εαυτού της, η διαρρύθμιση του χώρου που η ίδια είχε κάνει, η αγαπημένη της θέση στον καναπέ, η λάμπα δαπέδου που είχε η ίδια αγοράσει, τα γυναικεία περιοδικά που βρίσκονταν ακόμα στο ίδιο σημείο κάτω από το τραπεζάκι του σαλονιού, της φαίνονταν τώρα μακρινά σαν ανάμνηση από προηγούμενη ζωή. Κοντοστάθηκε στο χολ με την πόρτα ακόμα ανοιχτή πίσω της και σκέφτηκε να κάνει μεταβολή και να φύγει. Τελικά πήγε στην κουζίνα κι έβαλε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση. Της έκανε εντύπωση που όλα ήταν τακτοποιημένα και καθαρά, σαν να μην ζούσε άνθρωπος εκεί ή σαν να είχαν μόλις πλυθεί από κάποιο αόρατο, στοργικό, γυναικείο χέρι. Μπας και είχε βρει άλλη; Στο κάτω-κάτω τι την ένοιαζε; Η ζωή συνεχίζεται. Για όλους. Όχι μόνο για ‘κείνη.
Ήπιε μονορούφι το νερό, κι έβαλε κι άλλο. Διψούσε πολύ. Ύστερα πήγε και άνοιξε την ντουλάπα στο υπνοδωμάτιο. Μέσα στα συρτάρια υπήρχαν ακόμα, διάσπαρτα, δικά της εσώρουχα, κάλτσες, ένα σκισμένο σε επίμαχα σημεία διχτυωτό καλσόν που σε μια έξαψη πάθους είχε ζητήσει από τον πρώην της να της σκίσει, το από πάνω από ένα παλιό ζευγάρι πιτζάμες που κρατούσε για συναισθηματικούς λόγους και το από κάτω από ένα άλλο ζευγάρι πιτζάμες που κρατούσε για τα μεγάλα κρύα, επειδή ήταν πολύ ζεστό. Έπρεπε τώρα να ψάξει σπιθαμή προς σπιθαμή την ντουλάπα γιατί παντού μπορεί να υπήρχαν δικά της προσωπικά αντικείμενα. Η Μαίρη είναι άτακτη κοπέλα.
Λόγω του πολύ στενού της τζιν κι έτσι όπως ήταν καθισμένη στις φτέρνες της, διακόπηκε η κυκλοφορία του αίματος με αποτέλεσμα να της πέσει η πίεση. Για να μην λιποθυμήσει σηκώθηκε και ξάπλωσε για λίγο ανάσκελα στο κρεβάτι. Μετά γύρισε μπρούμυτα. Δεν είναι μια ξένη. Αυτά τα σεντόνια ίσως έχουν κρατήσει κάτι από το σώμα της. Νεκρά κύτταρα που ο κάθε άνθρωπος χάνει κάθε στιγμή και που γίνονται σκόνη. Η Μαίρη είχε ξενυχτίσει με τον γιατρό σε γνωστή πίστα της αθηναϊκής νύχτας. Ήταν ένα πτώμα.
Αιχμάλωτη της αδίστακτης σπείρας των κύκλων του ύπνου, η Μαίρη έπεφτε ολοένα και πιο βαθιά σε αυτήν την κάθετη διαδικασία. Εν τω μεταξύ, οι δείκτες του ρολογιού δεν σταμάτησαν να γυρνάνε. Ούτε τα βήματα του πρώην της που έχει πάρει το δρόμο του γυρισμού με δυο μάτια στραμμένα στις άκρες των παπουτσιών του κι ένα τρίτο, το μάτι που τα βλέπει όλα, να τον κοιτά από ψηλά και να συλλέγει κάθε λογής πληροφορίες. Αν ανατρέξουμε στα πιο πρόσφατα καταγραμμένα δεδομένα θα μάθουμε πως επιστρέφει με την επιθυμία να θρονιαστεί στην τουαλέτα με την εφημερίδα, που φυλλομέτρησε μόνο στο καφέ, και να ξεχαστεί εκεί με κατεβασμένα παντελόνια για όση ώρα του καπνίσει.
Εγώ πάω να ξυπνήσω τη Μαίρη. Αρκετά την αφήσαμε να κοιμηθεί. Εσύ μείνε λίγο ακόμα μαζί του. Τι έχει να μας πει ο τρόπος που βαδίζει;
Τούτη ‘δω τη στιγμή όλοι θα θέλαμε ο χρόνος να επιμηκυνθεί επ’ αόριστον. Αντί γι’ αυτό η όλη κατάσταση μάλλον θ’ αποδείξει το αντίθετο. Το πόσο συρρικνώθηκε σε λίγα δευτερόλεπτα, σε μια στιγμή. Κι έτσι, ενώ η Μαίρη πετάγεται πανικόβλητη από το κρεβάτι, ο πρώην της μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας μ’ ένα δεύτερο ζευγάρι κλειδιά, ανίδεος για την έκπληξη που τον περιμένει.
Μαίρη;
Η Μαίρη δεν τα χάνει ακόμα και στα πιο δύσκολα. Δικαιολόγησε την παρουσία της, λέγοντας ότι «οι δουλειές» την πήγαν πίσω στο πρόγραμμα της, κι ότι ήρθε αργά στο διαμέρισμα, δεν είχε πολύ ώρα που είχε μπει για την ακρίβεια, κι ότι θα έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αλλά αν αυτός δεν ήθελε την παρουσία της εκεί, θα έφευγε, θα ξαναπερνούσε κάποια άλλη στιγμή.
Όχι, δεν πειράζει. Καλύτερα τώρα μια και είσαι εδώ. Να τελειώνουμε. Δεν θα σ’ ενοχλήσω. Πάρε το χρόνο σου και μάζεψε ό,τι θες. Η Μαίρη θυμήθηκε ότι δεν του άρεσε αυτή η λέξη. Ακόμα κι όταν χωρίσανε δεν είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη «τέλος», ούτε κάποιο παράγωγό της. Έχεις άλλη; Σιωπή. Έχεις άλλη; Απάντησε μου. Μαίρη σε παρακαλώ. Κι όπως κάνουμε πέρα έναν άγνωστο που μας κλείνει το δρόμο σ’ ένα μπαρ, με συγχωρείς πρέπει να πάω λίγο τουαλέτα.
Τα σχέδια του για μια πολύωρη αποστολή στην στη λεκάνη τα πήρε με φόρα το μπλε αρωματικό νερό απ’ το καζανάκι. Κάθισε στην τουαλέτα για λιγότερο από τρία λεπτά, δεν θα έδινε στη Μαίρη αφορμή για σχόλια. Αρκετά είχε ακούσει για το συγκεκριμένο θέμα όσο έμεναν μαζί.
Πήγε στην κουζίνα να δει αν υπάρχει κάτι για φαγητό. Τα ντουλάπια όμως ήταν τόσο τακτοποιημένα όσο και άδεια. Στο σαλόνι έβαλε χαμηλόφωνα το πρώτο cd που βρήκε μπροστά του, το τελευταίο των Air αν βλέπω καλά, και άναψε την τηλεόραση, κόβοντας τον ήχο. Χώθηκε στον καναπέ και προσποιήθηκε ότι διαβάζει εφημερίδα.
Τις τελευταίες μέρες όποια πέτρα κι αν σηκώσεις ακούς τη λέξη υποκλοπές, Βόνταφον, Μαβίλη-γκέϊτ, αυτοκτονία, ανασχηματισμός, σε συνδυασμό μεταξύ τους για να συνθέτουν ένα ευφάνταστο σενάριο που θα ζήλευε ακόμα κι η Αγκάθα Κρίστι. Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ο πασατέμπος του φτωχού.
Η Μαίρη εξαφανισμένη στο δωμάτιο, έχωνε εκνευρισμένη τα ξεχασμένα της βρακιά στην κόκκινη μεγάλη τσάντα που έφερε μαζί της. Αναρωτιόταν αν ήταν τα βρακιά για το οποία είχε έρθει σήμερα στο διαμέρισμα του πρώην. Δεν της έλειπαν βρακιά. Μια απάντηση της έλειπε. Γιατί είχε έρθει; Πάλι σκέφτηκε να σηκωθεί να φύγει. Αλλά το μάτι της έπεσε στο κουτί των αναμνήσεων.
Έτσι έλεγαν με τον πρώην ένα κουτί από παπούτσια όπου έβαζαν ό,τι συλλέγει ένα ζευγάρι στο φόρτε του έρωτα του, καταχωνιάζει σε μια ντουλάπα όταν το πάθος μετριάσει και ξαναβρίσκει κάτι τέτοιες στιγμές ξεκαθαρίσματος. Φωτογραφίες διακοπών, κάθε λογής μικροαντικείμενα. Ένα κομμένο εισιτήριο του Μετρό με τον αριθμό του κινητού του, ένα αποξηραμένο λουλούδι, μια κάρτα του Αγίου Βαλεντίνου, ένα μπρελόκ γουρουνάκι, ένα σπασμένο βραχιόλι…
Άδειασε όλο το περιεχόμενο του κουτιού πάνω στο κρεβάτι και πήγε στο σαλόνι. Βάλθηκε να ψάχνει τη βιβλιοθήκη και τα cd. Κρατώντας το soundtrack της ταινίας 2046, ρώτησε αν αυτό ήταν δικό της ή δικό του. Πάρ’ το αν το θες. Το άφησε.
Να σε ρωτήσω κάτι; Τον ρώτησε. Έχεις κάτι μαζί μου; Γαμώτο σου μιλάω γιατί δεν μου δίνεις καμία σημασία; Νόμιζα ότι είχες έρθει να μαζέψεις κάποια πράγματα, ό,τι δεν έχουμε τίποτα να πούμε, θα βάλω ένα ποτό, θέλεις;
Το ψυγείο είχε ευτυχώς παγάκια και λίγο χυμό. Έφτιαξε δύο τζιν λεμόνι και ξαναπήγε στο σαλόνι. Ήταν σαν εικόνα βγαλμένη από το παρελθόν. Η Μαίρη καθόταν σταυροπόδι στον καναπέ και κοιτούσε αδιάφορα τηλεόραση. Εκείνος διάλεξε να καθίσει σε μια πολυθρόνα. Ήταν λίγο κουρασμένος απ’ το περπάτημα, ήθελε να βγάλει τα παπούτσια του και ν’ αλλάξει ρούχα.
Με αποφεύγεις, δεν το πιστεύω! Τι φοβάσαι μη σου ριχτώ; Δεν απαντάς; Έχεις άλλη ε; Αυτή που σου πλένει και σου καθαρίζει εδώ μέσα! Τα συγχαρητήρια μου να της δώσεις. Κάνει καλή δουλειά. Εμ, βέβαια βολεύτηκε ο κύριος τώρα και δε μας δίνει σημασία. Μήπως την περιμένεις κιόλας να ‘ρθει και σου κάνω χαλάστρα;
Δεν ξέρω πως ακριβώς έγινε τελικά. Η εικόνα πάγωσε στιγμιαία για να δω ένα ποτήρι στον αέρα με το υγρό του περιεχόμενο ακινητοποιημένο έξω απ’ αυτό. Ύστερα όλα επιταχύνθηκαν όπως το τρέιλερ ταινίας. Κρότος από γυαλί που σπάει, κηλίδες αίματος να στάζουν πάνω στο μωσαϊκό, πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, πάνω στη εφημερίδα, το πουκάμισό του να γίνεται χάλια, τα βήματα ενός ασυνάρτητου χορού σέρνουν τους πρωταγωνιστές μέχρι το μπάνιο, σαν μπίλια από φλιπεράκι χτυπούν πάνω στους τοίχους του διαμερίσματος, τους τοίχους του σαλονιού, της κουζίνας, του διαδρόμου, πολλές φορές χτυπούν στους τοίχους του διαδρόμου, η οθόνη του φλίπερ γράφει μερικούς πόντους, αλλά εφόσον δεν υπάρχει παίχτης από πάνω για να χειριστεί τα πλήκτρα, χάνεται η παρτίδα, τους καταπίνει η τρύπα, τους τρώει το σκοτάδι του δωματίου.
5 comments:
Γάτε, δώσε μας, αν θες, τις ηλικίες των τριών προσώπων, του ήρωα (ήρωας, πραγματικά!), της Μαίρης και του γιατρού, για να σου εξηγήσω πάραυτα γιατί η Μαίρη άφησε τον Ήρωα.
Πω, πωωω μιλάμε για τρελλή γκόμενα η Μαίρη!?
Λοιπόν έχουμε κ λέμε,
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είδος ζώου που συνήθως ζει κοντά στον Άνδρα, αλλά εξημερώνεται πολύ δύσκολα, γιατί η κοινωνικότητά του είναι υποτυπώδης. Υποτυπώδης είναι και η ικανότητα του να εκτελεί εντολές, όπως επισημαίνουν όλοι οι παλιοί ζοωλόγοι, προσθέτοντας ότι η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός πως κάποτε ήταν ζώο μοναχικό. Απο την άλλη, οι φυσιοδίφες που μελετούν τη μεταφεμινιστική περίοδο, δεν φαίνεται να γνωρίζουν τίποτε γι΄αυτή τη μοναχική κατάσταση κι απορρίπτουν το συγκεκριμένο χαρακτιριστικό, διαβεβαιώνοντας μας πως η γυναίκα δεν έχει αλλάξει καθόλου απο τον πρώτο καιρό της δημιουργίας. Το είδος έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση απ΄όλα τα αρπακτικά. Λυμαίνεται όλα τα κατοικημένα μέρη του πλανήτη μας, απο τα τολμηρά βουνά της Γροιλανδίας, μέχρι τις σεμνές ακτές της Ινδίας. Το λαικό προσωνύμιο (Λυκάνθρωπος) είναι εντελώς λανθασμένο. Στην πραγματικότητα ανήκει στα αιλουροειδή. Η γυναίκα είναι λυγερή και βαδίζει πολύ χαριτωμένα(ιδίως η αμερικάνικη ποικιλία, felis pugnans, Αγριόγατα η Επιθετική) είναι παμφάγα και μπορεί να εκπαιδευτεί να μη μιλάει.
Θα υπάρχει λύση και για τη Μαιρούλα δε μπορεί!
Λοιπόν έχουμε κ λέμε,
ΓΥΝΑΙΚΑ: Είδος ζώου που συνήθως ζει κοντά στον Άνδρα, αλλά εξημερώνεται πολύ δύσκολα, γιατί η κοινωνικότητά του είναι υποτυπώδης. Υποτυπώδης είναι και η ικανότητα του να εκτελεί εντολές, όπως επισημαίνουν όλοι οι παλιοί ζοωλόγοι, προσθέτοντας ότι η αδυναμία αυτή οφείλεται στο γεγονός πως κάποτε ήταν ζώο μοναχικό. Απο την άλλη, οι φυσιοδίφες που μελετούν τη μεταφεμινιστική περίοδο, δεν φαίνεται να γνωρίζουν τίποτε γι΄αυτή τη μοναχική κατάσταση κι απορρίπτουν το συγκεκριμένο χαρακτιριστικό, διαβεβαιώνοντας μας πως η γυναίκα δεν έχει αλλάξει καθόλου απο τον πρώτο καιρό της δημιουργίας. Το είδος έχει τη μεγαλύτερη εξάπλωση απ΄όλα τα αρπακτικά. Λυμαίνεται όλα τα κατοικημένα μέρη του πλανήτη μας, απο τα τολμηρά βουνά της Γροιλανδίας, μέχρι τις σεμνές ακτές της Ινδίας. Το λαικό προσωνύμιο (Λυκάνθρωπος) είναι εντελώς λανθασμένο. Στην πραγματικότητα ανήκει στα αιλουροειδή. Η γυναίκα είναι λυγερή και βαδίζει πολύ χαριτωμένα(ιδίως η αμερικάνικη ποικιλία, felis pugnans, Αγριόγατα η Επιθετική) είναι παμφάγα και μπορεί να εκπαιδευτεί να μη μιλάει.
Θα υπάρχει λύση και για τη Μαιρούλα δε μπορεί!
οι ήρωες (όλοι είναι ήρωες) έιναι εμβολιασμένα παιδία των τριάντα και κάτι. παιδιά με παρελθόν και μέλλον. εκτός κι αν κάποιοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στο κεφάλαιο 6...
Post a Comment